Η βιταμίνη D έχει μια ιδιαιτερότητα: σημαντικό μέρος της παράγεται στο δέρμα με την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας. Είναι επομένως λογικό τους χειμερινούς μήνες, όταν η έκθεση στον ήλιο μειώνεται, να επανέρχεται η συζήτηση για τα συμπληρώματα.
Ωστόσο, η εξίσωση «χειμώνας = έλλειψη βιταμίνης D = χρειάζομαι συμπλήρωμα» είναι υπερβολικά απλουστευτική.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Endocrine Society επισημαίνουν ότι οι υγιείς ενήλικες ηλικίας κάτω των 75 ετών δεν φαίνεται να ωφελούνται από εμπειρική λήψη βιταμίνης D σε ποσότητες υψηλότερες από τη συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη. Παράλληλα, δεν συνιστάται ο συστηματικός εργαστηριακός έλεγχος της 25(OH)D σε όλους τους υγιείς ανθρώπους χωρίς συγκεκριμένη ένδειξη.
Αυτό αλλάζει αρκετά τη συζήτηση στον πάγκο του φαρμακείου: αντί για το «ποια βιταμίνη D να πάρω;», το πρώτο ερώτημα θα πρέπει συχνά να είναι «υπάρχει λόγος να πάρετε συμπλήρωμα;».
Ποιοι χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή
Υπάρχουν πληθυσμιακές ομάδες στις οποίες ο κίνδυνος ανεπαρκούς πρόσληψης ή χαμηλών επιπέδων είναι μεγαλύτερος.
Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνονται ηλικιωμένοι, άνθρωποι που περνούν ελάχιστο χρόνο σε εξωτερικούς χώρους, άτομα με πολύ περιορισμένη έκθεση στον ήλιο, καθώς και ασθενείς με καταστάσεις που επηρεάζουν την απορρόφηση ή τον μεταβολισμό της βιταμίνης D.
Η Endocrine Society ξεχωρίζει ειδικά τους ενήλικες άνω των 75 ετών, για τους οποίους προτείνεται εμπειρική συμπληρωματική πρόσληψη, ενώ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα επίσης στην εγκυμοσύνη και σε ενήλικες με υψηλού κινδύνου προδιαβήτη. Για άτομα άνω των 50 ετών που έχουν ένδειξη συμπληρωματικής χορήγησης, προτιμώνται οι χαμηλότερες ημερήσιες δόσεις έναντι μεγάλων διαλειπουσών δόσεων.
Οι αριθμοί που πρέπει να γνωρίζει ο φαρμακοποιός
Σύμφωνα με τα Dietary Reference Intakes που παραθέτει το NIH, η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη είναι 600 IU (15 μg) για τους περισσότερους ενήλικες έως 70 ετών και 800 IU (20 μg) μετά τα 70.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι αυτές οι ποσότητες αποτελούν θεραπευτική δοσολογία σε αποδεδειγμένη ανεπάρκεια. Εκεί απαιτείται εξατομικευμένη ιατρική προσέγγιση.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο σημαντικές παρεμβάσεις του φαρμακοποιού: να διαχωρίζει τη διατροφική συμπλήρωση από τη θεραπεία της ανεπάρκειας.
Πότε χρειάζεται «φρένο» στο φαρμακείο
Η αντίληψη ότι η βιταμίνη D είναι ακίνδυνη επειδή είναι βιταμίνη μπορεί να οδηγήσει σε άσκοπη συσσώρευση δόσεων από διαφορετικά προϊόντα: πολυβιταμίνες, σκευάσματα ασβεστίου, ειδικά συμπληρώματα και εμπλουτισμένα τρόφιμα.
Το NIH θέτει για τους ενήλικες ως ανώτατο ανεκτό επίπεδο πρόσληψης τα 4.000 IU ημερησίως, εκτός αν υπάρχει διαφορετική ιατρική καθοδήγηση. Η υπερβολική πρόσληψη μπορεί να οδηγήσει σε υπερασβεστιαιμία, με συμπτώματα όπως ναυτία, μυϊκή αδυναμία, έντονη δίψα και πολυουρία, ενώ σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να προκληθούν νεφρολιθίαση, νεφρική βλάβη ή αρρυθμίες.
Ο φαρμακοποιός επομένως δεν χρειάζεται απλώς να προτείνει ένα προϊόν. Χρειάζεται να ρωτά τι άλλο λαμβάνει ο ασθενής, σε ποια δόση, για πόσο διάστημα και με ποια ένδειξη.
Η ουσιαστική συμβουλευτική για τη βιταμίνη D τον χειμώνα δεν ξεκινά από το ράφι. Ξεκινά από τη σωστή αξιολόγηση του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντι από τον πάγκο.
