Η διακοπή της θεραπείας με αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 ενδέχεται να συνοδεύεται από αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αγχωδών και καταθλιπτικών διαταραχών σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Metabolism.
Οι ερευνητές εξέτασαν μεγάλης κλίμακας ηλεκτρονικά αρχεία υγείας, συγκρίνοντας την ψυχιατρική ασφάλεια των αγωνιστών GLP-1 με άλλες κατηγορίες αντιδιαβητικών φαρμάκων. Η ανάλυση κάλυψε τόσο την περίοδο λήψης των φαρμάκων όσο και το διάστημα που ακολούθησε τη διακοπή τους.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι αγωνιστές GLP-1 δεν φάνηκε να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης ή αγχωδών διαταραχών σε σύγκριση με άλλες αντιδιαβητικές θεραπείες.
Διαφορετική ήταν η εικόνα μετά τη διακοπή. Οι ασθενείς που σταμάτησαν τους αγωνιστές GLP-1 εμφάνισαν συχνότερα άγχος ή κατάθλιψη σε σχέση με εκείνους που διέκοψαν αναστολείς DPP-4 ή SGLT-2.
Πιθανός ρόλος των μεταβολικών αλλαγών
Οι επιστήμονες διερεύνησαν τους πιθανούς μηχανισμούς πίσω από τη συγκεκριμένη συσχέτιση. Ένας από αυτούς ενδέχεται να είναι η μεταβολική επιδείνωση που μπορεί να ακολουθήσει τη διακοπή της θεραπείας.
Ειδικότερα, η αύξηση των τριγλυκεριδίων φάνηκε να εξηγεί ένα μέρος της παρατηρούμενης σχέσης. Το εύρημα αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι οι μεταβολικές διακυμάνσεις μετά τη διακοπή ενός φαρμάκου μπορεί να επηρεάζουν όχι μόνο τη σωματική αλλά και την ψυχική υγεία.
Μεταξύ των πιθανών εξηγήσεων που εξετάζονται περιλαμβάνονται επίσης:
- η επανάκτηση του σωματικού βάρους,
- η επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου,
- η απώλεια των μεταβολικών οφελών της θεραπείας,
- πιθανές μεταβολές στον άξονα εντέρου-εγκεφάλου, ο οποίος συμμετέχει στη ρύθμιση της διάθεσης.
Οι μηχανισμοί αυτοί δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί και απαιτούνται πρόσθετες μελέτες.
Δεν αποδεικνύεται αιτιώδης σχέση
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης και όχι για τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή. Συνεπώς, τα αποτελέσματα δείχνουν συσχέτιση, αλλά δεν αποδεικνύουν ότι η διακοπή των αγωνιστών GLP-1 προκαλεί άμεσα άγχος ή κατάθλιψη.
Δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί η επίδραση άλλων παραγόντων, όπως η επιδείνωση της υποκείμενης νόσου, οι λόγοι για τους οποίους διακόπηκε η θεραπεία, οι αλλαγές στο σωματικό βάρος ή προϋπάρχοντες ψυχοκοινωνικοί παράγοντες.
Για τον λόγο αυτό, τα ευρήματα δεν θα πρέπει να οδηγούν σε αυθαίρετη διακοπή ή συνέχιση της φαρμακευτικής αγωγής χωρίς ιατρική αξιολόγηση.
Ο ρόλος του φαρμακοποιού
Η μελέτη αναδεικνύει τη σημασία της παρακολούθησης των ασθενών όχι μόνο κατά τη χορήγηση των αγωνιστών GLP-1, αλλά και μετά τη διακοπή τους.
Ο φαρμακοποιός μπορεί να συμβάλει στην έγκαιρη αναγνώριση αλλαγών στη διάθεση, στον ύπνο, στην καθημερινή λειτουργικότητα ή στη συμμόρφωση με τη συνολική αντιδιαβητική αγωγή. Παράλληλα, μπορεί να υπενθυμίζει στους ασθενείς ότι συμπτώματα όπως επίμονη θλίψη, έντονο άγχος, ευερεθιστότητα ή κοινωνική απόσυρση χρειάζονται αξιολόγηση από τον θεράποντα ιατρό.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν η διακοπή συνοδεύεται από αύξηση βάρους, επιδείνωση των τιμών γλυκόζης ή αλλαγές στο λιπιδαιμικό προφίλ.
Η οργανωμένη συνεργασία μεταξύ γιατρού, φαρμακοποιού και ασθενούς μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση του μεταβολικού ελέγχου και στην έγκαιρη αντιμετώπιση πιθανών συμπτωμάτων ψυχικής υγείας μετά τη διακοπή της θεραπείας.
