Η χρήση των φαρμάκων GLP-1 για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας αυξάνεται πλέον και στις μικρότερες ηλικίες, δημιουργώντας ένα νέο κεφάλαιο στη μάχη κατά μιας από τις μεγαλύτερες προκλήσεις δημόσιας υγείας.
Οι θεραπείες αυτές, όπως η σεμαγλουτίδη (Wegovy) και η λιραγλουτίδη (Saxenda), έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές στη μείωση του σωματικού βάρους σε ενήλικες, αλλά και σε εφήβους. Ωστόσο, η χρήση τους σε παιδιά προκαλεί έντονο επιστημονικό διάλογο, καθώς οι ειδικοί αναζητούν απαντήσεις για τις πιθανές επιπτώσεις της μακροχρόνιας χορήγησής τους.
Τα πρώτα δεδομένα δείχνουν ότι η τάση είναι ιδιαίτερα έντονη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μελέτη με επικεφαλής τον Babak Orandi από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης έδειξε ότι περίπου το 9,3% των παιδιών ηλικίας 8 έως 11 ετών με παχυσαρκία, χωρίς διαβήτη, λαμβάνουν πλέον φάρμακα GLP-1. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2019 ήταν μόλις 0,03%.
Η αύξηση αυτή αντανακλά την προσπάθεια αντιμετώπισης της σοβαρής παιδικής παχυσαρκίας, η οποία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακών νοσημάτων, ηπατικής νόσου, αλλά και προβλημάτων ψυχικής υγείας, όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση και κατάθλιψη.
Ποιες ηλικίες μπορούν να λάβουν GLP-1
Οι εγκρίσεις διαφέρουν ανάλογα με το φάρμακο και τη χώρα.
Στην Ευρώπη, σύμφωνα με τις ισχύουσες εγκρίσεις:
- Saxenda (λιραγλουτίδη): μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την ηλικία των 6 ετών σε παιδιά με παχυσαρκία υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
- Wegovy (σεμαγλουτίδη): έχει έγκριση για εφήβους από 12 ετών με παχυσαρκία.
- Mounjaro (τιρζεπατίδη): για τη διαχείριση βάρους έχει έγκριση μόνο για ενήλικες, ενώ για τον διαβήτη τύπου 2 μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την ηλικία των 10 ετών.
Στις ΗΠΑ, ωστόσο, η χρήση εκτός επίσημων ενδείξεων μπορεί να εφαρμοστεί σε μικρότερα παιδιά, γεγονός που έχει ενισχύσει τη συζήτηση γύρω από τα όρια της φαρμακευτικής παρέμβασης.
Η ανησυχία για την ανάπτυξη
Το βασικό ερώτημα για τους ειδικούς είναι τι σημαίνει η μακροχρόνια χρήση αυτών των φαρμάκων σε παιδιά που βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης και εφηβείας.
Τα GLP-1 μειώνουν την όρεξη και περιορίζουν την πρόσληψη τροφής. Αυτό εγείρει ανησυχίες για πιθανές ελλείψεις σε σημαντικά θρεπτικά συστατικά, όπως ο σίδηρος, αλλά και για το αν μπορεί να επηρεαστούν η ανάπτυξη, η μυϊκή μάζα και η υγεία των οστών.
«Όταν ένα παιδί δεν λαμβάνει επαρκή ποσότητα τροφής ή δεν παίρνει βάρος με φυσιολογικό τρόπο, μπορεί να επηρεαστεί η ανάπτυξή του και να καθυστερήσει η εφηβεία», επισημαίνουν ειδικοί.
Παράλληλα, παραμένει ασαφές τι μπορεί να σημαίνει η απώλεια μυϊκής μάζας σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο ζωής και αν μπορεί να έχει συνέπειες αργότερα, όπως στην οστική υγεία ή σε άλλες φάσεις της ζωής.
Η παχυσαρκία ή η θεραπεία της: ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος;
Οι υποστηρικτές της χρήσης GLP-1 στα παιδιά επισημαίνουν ότι η σοβαρή παχυσαρκία αποτελεί ήδη έναν σημαντικό κίνδυνο για την υγεία και ότι η μη αντιμετώπισή της μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν επιπλοκές όπως υπέρταση, υπνική άπνοια ή προδιαβήτης, η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο.
Ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι τα GLP-1 δεν αποτελούν «μαγική λύση». Η αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας απαιτεί συνολική προσέγγιση, με αλλαγές στη διατροφή, αύξηση της σωματικής δραστηριότητας και υποστήριξη από διεπιστημονική ομάδα.
Η πρόκληση μετά τη διακοπή της θεραπείας
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα είναι η επαναπρόσληψη βάρους μετά τη διακοπή των φαρμάκων.
Όπως συμβαίνει και στους ενήλικες, πολλά παιδιά φαίνεται να επιστρέφουν σε υψηλότερο βάρος όταν σταματούν τη θεραπεία. Αυτό δημιουργεί ερωτήματα για το αν σε ορισμένες περιπτώσεις η χρήση των GLP-1 θα πρέπει να συνεχίζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι παρόμοιες με εκείνες που εμφανίζονται στους ενήλικες και περιλαμβάνουν ναυτία, διάρροια και γαστρεντερικές ενοχλήσεις.
Η νέα γενιά φαρμάκων κατά της παχυσαρκίας έχει ανοίξει σημαντικές δυνατότητες, αλλά οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι χρειάζονται περισσότερα δεδομένα για να καθοριστεί με ασφάλεια ο ρόλος τους στην παιδική ηλικία.
Μέχρι τότε, η απόφαση για τη χορήγησή τους θα πρέπει να λαμβάνεται εξατομικευμένα, με προσεκτική αξιολόγηση των οφελών και των πιθανών κινδύνων για κάθε παιδί.
