Διοικητικό βάρος, οικογενειακή υποστήριξη και όρια της επαγγελματικής ευθύνης στην καθημερινή πρόσβαση στην υγεία
Ο ασθενής φτάνει στο φαρμακείο με μια συνταγή, μια απορία ή την ανάγκη να καταλάβει ποιο είναι το επόμενο βήμα. Πίσω από αυτή τη σύντομη επαφή μπορεί να έχει προηγηθεί μια ολόκληρη διαδρομή: αναζήτηση υπηρεσίας, κλείσιμο ραντεβού, συγκέντρωση εγγράφων, επικοινωνία με διαφορετικούς φορείς. Δεν είναι όλες αυτές οι ενέργειες ιατρικές, είναι όμως συχνά αναγκαίες για να γίνει εφικτή η φροντίδα.
Συνηθίζουμε να μετράμε την πρόσβαση από το κόστος, τη διαθεσιμότητα υπηρεσιών και τον χρόνο αναμονής. Υπάρχει όμως και ένα λιγότερο ορατό ερώτημα: μπορεί ο άνθρωπος να ολοκληρώσει στην πράξη τη διαδικασία που απαιτείται; Η απάντηση επηρεάζεται από τον διαθέσιμο χρόνο, τις δεξιότητες, την κατανόηση των οδηγιών και το αν υπάρχει κάποιος να βοηθήσει.
Η διάσταση αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με τους καθιερωμένους δείκτες ανεκπλήρωτων αναγκών. Κατά τη Eurostat, το 2025 το 11,5% των κατοίκων της Ελλάδας ηλικίας 16 ετών και άνω ανέφερε ανεκπλήρωτη ανάγκη ιατρικής εξέτασης λόγω κόστους, απόστασης ή αναμονής, έναντι 2,4% στην ΕΕ. Η διαφορά των 9,1 ποσοστιαίων μονάδων καταγράφει σημαντικά εμπόδια, αλλά δεν μετρά ειδικά τη γραφειοκρατία.

Στην κοινωνική πολιτική, το «διοικητικό βάρος» περιγράφει όσα χρειάζεται να μάθει, να διεκπεραιώσει ή να επαναλάβει ο πολίτης για να χρησιμοποιήσει μια υπηρεσία. Οι κανόνες δεν είναι εξ ορισμού εμπόδιο: η ταυτοποίηση και η προστασία των δεδομένων εξυπηρετούν ουσιαστικούς σκοπούς. Ζήτημα θεσμικής ευθύνης είναι να περιορίζονται οι ασαφείς οδηγίες, οι περιττές επαναλήψεις και οι διαδρομές χωρίς σαφή υπεύθυνο.
Εδώ συχνά παρεμβαίνει η οικογένεια. Ένας συγγενής κλείνει ραντεβού, αναζητεί δικαιολογητικά ή συντονίζει την επικοινωνία. Η βοήθεια μπορεί να είναι πολύτιμη, δεν είναι όμως διαθέσιμη σε όλους. Ο μοναχικός ηλικιωμένος, ο χρονίως πάσχων ή ο άνθρωπος χωρίς ψηφιακές δεξιότητες δεν πρέπει να εξαρτά την πρόσβασή του από μια άτυπη, ανεξάντλητη υποχρέωση των οικείων του.
Ένα διαφορετικό εύρημα αφορά τον συντονισμό της φροντίδας. Στην έρευνα PaRIS του ΟΟΣΑ, το 47% των συμμετεχόντων στην Ελλάδα, ηλικίας 45 ετών και άνω με χρόνια νοσήματα, ανέφερε καλή εμπειρία συντονισμού, έναντι 59% στον μέσο όρο των χωρών της έρευνας. Τα δεδομένα συγκεντρώθηκαν το 2023–2024 και δημοσιεύθηκαν το 2025· ο μέσος όρος PaRIS δεν ταυτίζεται με εκείνον της ΕΕ.

Τα δύο ευρήματα δεν αποδεικνύουν πόσα τηλεφωνήματα χρειάστηκε να κάνει ένας ασθενής ούτε πόσος χρόνος χάθηκε σε διαδικασίες. Μας καλούν, όμως, να προσέξουμε την αλληλουχία των υπηρεσιών. Όταν η πληροφορία είναι αποσπασματική και το επόμενο βήμα ασαφές, το βάρος συχνά μεταφέρεται στον ίδιο τον πολίτη ή στον άνθρωπο που τον συνοδεύει.
Το φαρμακείο μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο σημείο προσανατολισμού: να εξηγήσει με κατανοητό τρόπο μια φαρμακευτική οδηγία, να επισημάνει πότε απαιτείται επαφή με τον θεράποντα ιατρό και να κατευθύνει προς την αρμόδια υπηρεσία. Η συνεισφορά αυτή έχει αξία όταν κινείται μέσα στις επαγγελματικές αρμοδιότητες, χωρίς να μετατρέπει τον φαρμακοποιό σε άτυπο διαχειριστή κάθε διοικητικής εκκρεμότητας.
Η ίδια διάκριση ισχύει για την ψηφιακή υποστήριξη. Η βοήθεια σε έναν ηλικιωμένο ή σε πρόσωπο με περιορισμένη εξοικείωση δεν δικαιολογεί ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα ή υποκατάσταση της βούλησής του. Χρειάζονται σαφείς εξουσιοδοτήσεις, αναλογικές διαδικασίες και εναλλακτικοί τρόποι επικοινωνίας, ώστε η διευκόλυνση να ενισχύει —όχι να αποδυναμώνει— την αυτονομία.
Τα διαγράμματα του άρθρου αναφέρονται σε διαφορετικούς πληθυσμούς και διαφορετικά μεγέθη: ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες το πρώτο, εμπειρία συντονισμού σε ασθενείς με χρόνια νοσήματα το δεύτερο. Δεν επιτρέπουν έναν ενιαίο δείκτη «διοικητικού βάρους» ούτε αιτιώδη συσχέτιση μεταξύ τους. Η σημασία τους είναι ότι φωτίζουν διακριτές πλευρές της πραγματικής πρόσβασης.
Η ουσιαστική φροντίδα προϋποθέτει κατανοητή πληροφόρηση και συνέχεια ανάμεσα στις υπηρεσίες. Η οικογένεια και το φαρμακείο μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά, όχι όμως να καλύπτουν σιωπηρά κάθε οργανωτικό κενό. Η ευθύνη της απλούστευσης, του συντονισμού και της προσβάσιμης υποστήριξης παραμένει θεσμική. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να υπάρχει η υπηρεσία υγείας, αλλά ο άνθρωπος να μπορεί πράγματι να φτάσει σε αυτήν.
Πηγές: Eurostat (hlth_silc_08)· OECD, PaRIS: Greece (δημοσίευση 2025).
Θεόδωρος Ζάρκος, MSc – Medical Ethicist (Σύμβουλος Ιατρικής Δεοντολογίας και Βιοηθικής),
Κοινωνικός Επιστήμονας, ανεξάρτητος ερευνητής. Κιάτο, Ελλάδα.
ORCID: https://orcid.org/0009-0001-8398-8848

