Μια ελληνική έρευνα επαναφέρει τη συζήτηση για τη φαρμακευτική ρύπανση
Νέα ελληνική μελέτη για την παρουσία μικρορύπων στα αστικά λύματα καταγράφει σημαντική απόκλιση από τις εκτιμήσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τον προσδιορισμό της συμβολής των φαρμακευτικών ουσιών στην υδάτινη ρύπανση.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η συμβολή των φαρμακευτικών ουσιών στο υπολογιζόμενο οικοτοξικολογικό φορτίο των επεξεργασμένων λυμάτων ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 7%, στις δύο εγκαταστάσεις που εξετάστηκαν.
Το ποσοστό διαφέρει σημαντικά από την εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία αποδίδει στις φαρμακευτικές ουσίες περίπου το 66% της τοξικότητας των αστικών λυμάτων.
Η διαφορά αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της εφαρμογής της νέας ευρωπαϊκής οδηγίας, η οποία προβλέπει οικονομικές υποχρεώσεις για τους παραγωγούς φαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων.
Πως πραγματοποιήθηκε η ελληνική μελέτη
Η έρευνα υλοποιήθηκε με πρωτοβουλία της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ), του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) και του Συνδέσμου Εταιρειών Φαρμάκων Ευρείας Χρήσης (ΕΦΕΧ).
Η επιστημονική εργασία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, υπό τον καθηγητή Αναλυτικής Χημείας Νίκο Θωμαΐδη.
Οι ερευνητές πραγματοποίησαν δειγματοληψίες σε δύο εγκαταστάσεις επεξεργασίας αστικών λυμάτων:
- Στην Ψυττάλεια, που εξυπηρετεί την ευρύτερη περιοχή της Αττικής.
- Στη Λάρισα.
Στόχος ήταν να εξεταστεί ένα ευρύ φάσμα μικρορύπων και να αξιολογηθεί η συμβολή διαφορετικών χημικών ουσιών στο συνολικό οικοτοξικολογικό φορτίο των επεξεργασμένων λυμάτων.
Οι μικρορύποι δεν περιορίζονται στα φάρμακα. Περιλαμβάνουν επίσης συστατικά καλλυντικών, προϊόντων προσωπικής φροντίδας, φυτοφαρμάκων και βιομηχανικών χημικών ουσιών.
Από το 66% στο 7%: Τι σημαίνει η διαφορά
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε βασιστεί σε προηγούμενη αξιολόγηση επιστημονικών δεδομένων, σύμφωνα με την οποία:
- Οι φαρμακευτικές ουσίες συνεισφέρουν στο 66% της εκτιμώμενης τοξικότητας των αστικών λυμάτων.
- Τα καλλυντικά προϊόντα αντιστοιχούν στο 26%.
- Οι δύο κατηγορίες συγκεντρώνουν συνολικά το 92% του εκτιμώμενου τοξικού φορτίου.
Τα συγκεκριμένα ποσοστά αποτέλεσαν σημαντικό στοιχείο της αιτιολόγησης για την επιλογή των δύο κλάδων στο νέο ευρωπαϊκό σύστημα χρηματοδότησης.
Αντίθετα, η ελληνική μελέτη εκτίμησε τη μέση συμβολή των φαρμακευτικών ουσιών στο 7% για τις εγκαταστάσεις της Ψυττάλειας και της Λάρισας.
Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιαστική επιστημονική διευκρίνιση.
Τα δύο ποσοστά δεν προέρχονται από ταυτόσημες μεθοδολογίες.
Η ευρωπαϊκή εκτίμηση βασίζεται σε μοντελοποίηση ευρύτερης γεωγραφικής κλίμακας, ενώ η ελληνική έρευνα αξιοποιεί πραγματικές δειγματοληψίες από δύο συγκεκριμένες εγκαταστάσεις.
Επομένως, το ελληνικό εύρημα δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η ευρωπαϊκή εκτίμηση είναι λανθασμένη. Αναδεικνύει, όμως, την ανάγκη για περισσότερα συγκρίσιμα δεδομένα.
Τι προβλέπει η νέα ευρωπαϊκή οδηγία
Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/3019 για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων εισάγει αυστηρότερες απαιτήσεις για την απομάκρυνση μικρορύπων από τα επεξεργασμένα ύδατα.
Μεταξύ άλλων, προβλέπει τη σταδιακή εφαρμογή τεταρτοβάθμιας επεξεργασίας σε μεγάλες εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, με χρονικό ορίζοντα το 2045.
Η τεταρτοβάθμια επεξεργασία αποτελεί πρόσθετο στάδιο καθαρισμού, με στόχο την απομάκρυνση χημικών ουσιών που δεν συγκρατούνται επαρκώς από τις συμβατικές διαδικασίες.
Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά τον τρόπο χρηματοδότησης.
Με βάση την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η οδηγία προβλέπει ότι οι παραγωγοί φαρμάκων και καλλυντικών θα καλύπτουν τουλάχιστον το 80% του σχετικού κόστους επεξεργασίας, μέσω συστημάτων διευρυμένης ευθύνης παραγωγού.
Τα κράτη μέλη καλούνται να θεσπίσουν το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο έως τις 31 Ιουλίου 2027, με τις υποχρεώσεις των παραγωγών να τίθενται σε εφαρμογή έως το τέλος του 2028.
Γιατί αντιδρά η φαρμακοβιομηχανία
Η ευρωπαϊκή φαρμακοβιομηχανία έχει εκφράσει επιφυλάξεις για τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίστηκε η συμμετοχή των φαρμακευτικών προϊόντων στη μικρορύπανση και, κατ’ επέκταση, για την κατανομή της οικονομικής επιβάρυνσης.
Η EFPIA έχει αμφισβητήσει τη μεθοδολογική τεκμηρίωση των σχετικών εκτιμήσεων, υποστηρίζοντας ότι η επιβάρυνση δύο μόνο παραγωγικών κλάδων χρειάζεται ισχυρότερη επιστημονική αιτιολόγηση.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί διαφορετικές εκτιμήσεις για το πραγματικό κόστος εφαρμογής της τεταρτοβάθμιας επεξεργασίας.
Το ζήτημα έχει ήδη αποκτήσει και δικαστική διάσταση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με προσφυγές και νομικές αμφισβητήσεις των διατάξεων που αφορούν τη χρηματοδότηση.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 2026, η γενική εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Juliane Kokott εισηγήθηκε την ακύρωση των διατάξεων που προβλέπουν τη συγκεκριμένη χρηματοδοτική υποχρέωση των παραγωγών.
Η εισήγηση δεν αποτελεί δεσμευτική δικαστική απόφαση και δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή της ισχύουσας νομοθεσίας.
Τι ζητούν ΠΕΦ, ΣΦΕΕ και ΕΦΕΧ
Οι τρεις ελληνικοί φορείς της φαρμακευτικής αγοράς ζητούν το σύστημα διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού να βασίζεται σε επικαιροποιημένα επιστημονικά δεδομένα.
Η θέση τους επικεντρώνεται στην ανάγκη να αποτυπώνεται με μεγαλύτερη ακρίβεια η πραγματική συμβολή κάθε κατηγορίας μικρορύπων, ώστε οι οικονομικές υποχρεώσεις να κατανέμονται με τεκμηριωμένο τρόπο.
Παράλληλα, δηλώνουν ότι υποστηρίζουν την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, επισημαίνοντας πως οι σχετικές πολιτικές πρέπει να στηρίζονται σε αξιόπιστα στοιχεία.
Η περιβαλλοντική διάσταση του φαρμάκου
Η παρουσία φαρμακευτικών ουσιών στο υδάτινο περιβάλλον αποτελεί υπαρκτό ζήτημα, ανεξάρτητα από τη διαφωνία σχετικά με τα ποσοστά συμμετοχής τους στο συνολικό οικοτοξικολογικό φορτίο.
Φαρμακευτικά κατάλοιπα μπορούν να εισέρχονται στα αστικά λύματα μετά τη χρήση και την αποβολή τους από τον ανθρώπινο οργανισμό, ενώ η ακατάλληλη απόρριψη αχρησιμοποίητων φαρμάκων αποτελεί πρόσθετη πιθανή πηγή επιβάρυνσης.
Για τον φαρμακοποιό, το θέμα συνδέεται με την ορθολογική χρήση των φαρμάκων και τη σωστή ενημέρωση των πολιτών σχετικά με τη διαχείριση των αχρησιμοποίητων ή ληγμένων σκευασμάτων.
Η περιβαλλοντική ευθύνη του φαρμακευτικού τομέα δεν αφορά αποκλειστικά την παραγωγή, αλλά και τον συνολικό κύκλο ζωής του φαρμάκου.
Ανοιχτή η συζήτηση για την κατανομή του κόστους
Η ελληνική μελέτη προσθέτει νέα δεδομένα σε μια ευρωπαϊκή συζήτηση με σημαντικές περιβαλλοντικές και οικονομικές προεκτάσεις.
Η απόκλιση μεταξύ του 7% που καταγράφηκε στις δύο ελληνικές εγκαταστάσεις και του 66% της ευρωπαϊκής εκτίμησης υπογραμμίζει την ανάγκη περαιτέρω επιστημονικής διερεύνησης.
Το ζητούμενο δεν είναι να αμφισβητηθεί η ανάγκη απομάκρυνσης των μικρορύπων από τα αστικά λύματα, αλλά να διασφαλιστεί ότι η κατανομή του κόστους βασίζεται σε αξιόπιστα και αντιπροσωπευτικά δεδομένα.
Για τον φαρμακευτικό κλάδο, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέουν την περιβαλλοντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη βιωσιμότητα της φαρμακευτικής παραγωγής και τις μελλοντικές οικονομικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων.
Πηγή: DailyPharmaNews
