Η διακοπή του καπνίσματος παραμένει σημαντική ακόμη και μετά τη διάγνωση καρκίνου, καθώς μπορεί να συνδέεται με καλύτερη επιβίωση και χαμηλότερο κίνδυνο εξέλιξης της νόσου.
Νέα έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) συγκεντρώνει τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και αναδεικνύει τη διακοπή του καπνίσματος ως ουσιαστικό μέρος της ογκολογικής φροντίδας και όχι μόνο ως μέτρο πρωτογενούς πρόληψης.
Για τον φαρμακοποιό, το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η συστηματική επαφή με ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια ή ογκολογική φαρμακευτική αγωγή δημιουργεί ευκαιρίες για υποστήριξη, σωστή ενημέρωση και παραπομπή σε οργανωμένη προσπάθεια διακοπής.
Η διακοπή μετά τη διάγνωση εξακολουθεί να έχει όφελος
Σύμφωνα με την IARC, ασθενείς που σταμάτησαν το κάπνισμα μετά από διάγνωση καρκίνου εμφάνισαν καλύτερη συνολική επιβίωση και μεγαλύτερη επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου σε σύγκριση με όσους συνέχισαν να καπνίζουν.
Τα οφέλη δεν περιορίστηκαν μόνο σε πρώιμα στάδια της νόσου.
Παρατηρήθηκαν και σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο, καθώς και σε άτομα με βαρύ ιστορικό καπνίσματος.
Το βασικό μήνυμα είναι πως η διακοπή δεν χάνει την αξία της επειδή η διάγνωση έχει ήδη τεθεί.
Τι έδειξαν τα δεδομένα για τον καρκίνο του πνεύμονα
Σε μακροχρόνια μελέτη ασθενών με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα που κάπνιζαν κατά τη στιγμή της διάγνωσης, όσοι σταμάτησαν το κάπνισμα εμφάνισαν περίπου:
- 33% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου,
- 30% χαμηλότερο κίνδυνο εξέλιξης της νόσου,
- 22 μήνες μεγαλύτερη συνολική επιβίωση,
- 22 μήνες μεγαλύτερη επιβίωση χωρίς εξέλιξη.
Τα δεδομένα αυτά δείχνουν πως η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να έχει ουσιαστική κλινική αξία ακόμη και μετά την έναρξη της ογκολογικής πορείας.
Και σε άλλους καρκίνους παρατηρείται όφελος
Αντίστοιχα σημαντικά ευρήματα έχουν καταγραφεί και σε άλλους τύπους καρκίνου.
Σε ασθενείς με καρκίνο του νεφρού, η διακοπή του καπνίσματος συσχετίστηκε με περίπου 50% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου και 56% χαμηλότερο κίνδυνο εξέλιξης της νόσου.
Συνολικά, η IARC αναφέρει πως η διακοπή του καπνίσματος μετά τη διάγνωση μπορεί να συνδέεται με μείωση της θνησιμότητας από καρκίνο κατά περίπου 30–50% και με αύξηση της διάμεσης επιβίωσης χωρίς εξέλιξη κατά 1,5 έως 3 χρόνια.
Η λανθασμένη αντίληψη πως «τώρα είναι αργά»
Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια είναι η πεποίθηση πως, μετά τη διάγνωση καρκίνου, δεν υπάρχει πλέον λόγος να διακοπεί το κάπνισμα.
Η αντίληψη αυτή είναι λανθασμένη.
Η συνέχιση του καπνίσματος μπορεί να επιβαρύνει την πορεία της νόσου και να επηρεάσει αρνητικά την πρόγνωση.
Αντίθετα, η διακοπή μπορεί να προσφέρει σημαντικό κλινικό όφελος ακόμη και όταν η νόσος έχει ήδη εκδηλωθεί.
Ο ρόλος του φαρμακοποιού στη διακοπή του καπνίσματος
Ο φαρμακοποιός βρίσκεται συχνά σε άμεση και επαναλαμβανόμενη επαφή με ασθενείς που βρίσκονται σε αντικαρκινική θεραπεία ή λαμβάνουν υποστηρικτική αγωγή.
Αυτό δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία για σύντομες αλλά ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Ο ρόλος του μπορεί να περιλαμβάνει:
- ενθάρρυνση για διακοπή του καπνίσματος,
- ενίσχυση του μηνύματος πως η διακοπή έχει αξία ακόμη και μετά τη διάγνωση,
- αναγνώριση πιθανής ανάγκης για οργανωμένη υποστήριξη,
- καθοδήγηση προς κατάλληλες υπηρεσίες ή επαγγελματίες υγείας,
- υποστήριξη της σωστής χρήσης εγκεκριμένων φαρμακολογικών επιλογών όπου αυτές έχουν συστηθεί.
Η παρέμβαση δεν χρειάζεται να είναι εκτεταμένη για να είναι χρήσιμη.
Ακόμη και μια σύντομη, σαφής φράση μπορεί να βοηθήσει έναν ασθενή να επανεξετάσει την απόφαση να συνεχίσει το κάπνισμα.
Η φαρμακευτική υποστήριξη πρέπει να εντάσσεται σε οργανωμένο πλάνο
Η θεραπεία της εξάρτησης από τον καπνό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά.
Η IARC υπογραμμίζει πως η υποστήριξη διακοπής πρέπει να ενσωματώνεται στην ογκολογική φροντίδα και να περιλαμβάνει όπου ενδείκνυται:
- συμβουλευτική,
- επαναλαμβανόμενο follow-up,
- φαρμακολογική υποστήριξη,
- σαφή παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς.
Ο φαρμακοποιός μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ενισχύοντας τη συνέχεια της προσπάθειας και βοηθώντας τον ασθενή να παραμένει συνεπής στο πλάνο που έχει συμφωνηθεί με την ιατρική ομάδα.
Η ογκολογική διάγνωση μπορεί να αποτελέσει κρίσιμη στιγμή παρέμβασης
Για αρκετούς ασθενείς, η διάγνωση καρκίνου λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο αλλαγής συμπεριφοράς.
Αυτή η στιγμή μπορεί να αξιοποιηθεί θεραπευτικά, αρκεί το μήνυμα να δοθεί σωστά.
Η προσέγγιση δεν πρέπει να είναι επικριτική ή ενοχοποιητική.
Χρειάζεται να είναι σαφής:
η διακοπή του καπνίσματος μπορεί ακόμη να προσφέρει όφελος και να επηρεάσει θετικά την πορεία της νόσου.
Σημαντική η συνεργασία όλων των επαγγελματιών υγείας
Η διακοπή του καπνίσματος σε ασθενείς με καρκίνο δεν αποτελεί ευθύνη μόνο του ογκολόγου.
Απαιτεί συνεργασία μεταξύ:
- ιατρών,
- φαρμακοποιών,
- νοσηλευτών,
- ειδικών διακοπής καπνίσματος,
- άλλων επαγγελματιών της ογκολογικής ομάδας.
Όταν το ίδιο μήνυμα επαναλαμβάνεται με συνέπεια από διαφορετικούς επαγγελματίες υγείας, αυξάνεται η πιθανότητα ο ασθενής να αντιληφθεί τη διακοπή ως πραγματικό μέρος της θεραπείας του και όχι ως γενική συμβουλή πρόληψης.
Δεν είναι ποτέ πολύ αργά για διακοπή
Το βασικό συμπέρασμα είναι απλό αλλά ιδιαίτερα σημαντικό:
Η διακοπή του καπνίσματος μετά τη διάγνωση καρκίνου μπορεί να έχει ουσιαστική επίδραση στην πρόγνωση.
Για τον φαρμακοποιό, αυτό σημαίνει πως κάθε επαφή με έναν ασθενή που συνεχίζει να καπνίζει μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία για σωστή ενημέρωση, ενθάρρυνση και παραπομπή.
Η διακοπή δεν αναιρεί φυσικά την ανάγκη για την κατάλληλη ογκολογική θεραπεία.
Μπορεί όμως να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τροποποιήσιμα βήματα που εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα στον ασθενή ακόμη και μετά τη διάγνωση.
