Περισσότεροι από 55 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζουν με άνοια, με τη νόσο Αλτσχάιμερ να αποτελεί τη συχνότερη μορφή της. Υπολογίζεται ότι αφορά το 60–70% των περιστατικών, δηλαδή περίπου 33 έως 38,5 εκατομμύρια ανθρώπους.
Το νικοτιναμιδο-αδενινο-δινουκλεοτίδιο (NAD+) είναι ένα απαραίτητο μόριο που συμμετέχει σε κρίσιμες κυτταρικές λειτουργίες, όπως ο ενεργειακός μεταβολισμός και η επιδιόρθωση του DNA. Τα επίπεδα του NAD+ μειώνονται φυσιολογικά με την ηλικία, με τη μείωση αυτή να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παθήσεων που σχετίζονται με τη γήρανση, όπως η νόσος του Αλτσχάιμερ.
Χαμηλότερα επίπεδα NAD+ και Αλτσχάιμερ
Χαμηλότερα επίπεδα NAD+ μπορεί να συμβάλλουν στον κίνδυνο εμφάνισης Αλτσχάιμερ, ενισχύοντας το οξειδωτικό στρες, τη φλεγμονή και τη συσσώρευση παθολογικών πρωτεϊνών. Για τον λόγο αυτό, η επιστημονική έρευνα εξετάζει κατά πόσο η αποκατάσταση των επιπέδων NAD+ μπορεί να προσφέρει νευροπροστατευτικά οφέλη.

Ερευνητική ομάδα από το Case Western Reserve University, τα University Hospitals (UH) και το Louis Stokes Cleveland VA Medical Center διερεύνησε αν η αποκατάσταση της ενεργειακής ισορροπίας του εγκεφάλου μέσω διατήρησης των επιπέδων NAD+ θα μπορούσε όχι μόνο να προλάβει, αλλά και να αναστρέψει τη νόσο Αλτσχάιμερ.
Η μελέτη αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης μελέτης της ερευνητικής ομάδας, η οποία είχε επισημάνει ότι η ενίσχυση των επιπέδων NAD+ μπορεί να συμβάλλει στην αποκατάσταση ποντικών με τραυματική εγκεφαλική κάκωση.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η μείωση των επιπέδων NAD+ είναι ακόμη πιο έντονη σε άτομα με νόσο Αλτσχάιμερ, καθώς δείγματα ανθρώπινου εγκεφάλου εμφάνισαν πτώση περίπου 30%.
Για τις ανάγκες της έρευνας, η ομάδα χρησιμοποίησε δύο γενετικά τροποποιημένα προκλινικά μοντέλα Αλτσχάιμερ. Τα ποντίκια έφεραν ανθρώπινες γονιδιακές μεταβολές που επηρεάζουν είτε την επεξεργασία του αμυλοειδούς είτε την πρωτεΐνη tau. Η συσσώρευση αυτών των πρωτεϊνών αποτελεί βασικό παράγοντα στην εξέλιξη της νόσου.
Νέα προσέγγιση
Παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της έρευνας έχει επικεντρωθεί στην απομάκρυνση των παθολογικών πρωτεϊνών, οι προσπάθειες αυτές δεν έχουν καταφέρει να αναστρέψουν τη βλάβη που προκαλεί η νόσος. Σε αυτή τη μελέτη, οι επιστήμονες ακολούθησαν διαφορετική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στην αποκατάσταση των επιπέδων NAD+.

Βασιζόμενοι σε προηγούμενα ευρήματά τους, οι ερευνητές επιχείρησαν να επαναφέρουν την ισορροπία του NAD+ χρησιμοποιώντας μια νευροπροστατευτική ένωση, γνωστή ως P7C3‑A20. Ο συγκεκριμένος φαρμακολογικός παράγοντας μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της ισορροπίας των επιπέδων NAD+, αποτρέποντας την υπερβολική διάσπασή του από τα κύτταρα. Με αυτόν τον τρόπο, τα εγκεφαλικά κύτταρα μπορούν να ανακτήσουν την ενέργειά τους και να αναρρώσουν χωρίς να εξαντλούνται τα επίπεδα NAD+.
Πώς λειτουργεί το P7C3‑A20
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, το P7C3‑A20 βοηθά τα κύτταρα να «ανακυκλώνουν» βασικά μόρια, ώστε να διατηρούν επαρκή αποθέματα NAD+ για ενέργεια και κυτταρική προστασία.
Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η διατήρηση των επιπέδων NAD+ στον εγκέφαλο μπορούσε να αποτρέψει την εμφάνιση Αλτσχάιμερ στα αρχικά στάδια στα προκλινικά μοντέλα. Επιπλέον, σε μοντέλα με προχωρημένη νόσο, η χορήγηση P7C3‑A20 οδήγησε σε σημαντική αναστροφή της εγκεφαλικής βλάβης που σχετίζεται με το Αλτσχάιμερ.
Η θεραπεία φάνηκε να αποκαθιστά τη γνωστική λειτουργία ενώ συνοδεύτηκε από βιολογικές βελτιώσεις, όπως η αποκατάσταση της ακεραιότητας του αιματοεγκεφαλικού φραγμού, η μείωση του οξειδωτικού στρες και της βλάβης στο DNA, ο περιορισμός της νευροφλεγμονής και η ενίσχυση της συναπτικής πλαστικότητας.
Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο Cell Reports Medicine.