Τα ευεργετικά αποτελέσματα των φαρμάκων αδυνατίσματος στο σωματικό βάρος αλλά και σε κρίσιμους δείκτες υγείας φαίνεται να εξασθενούν πλήρως μέσα σε διάστημα περίπου δύο ετών μετά τη διακοπή της λήψης τους, σύμφωνα με νέα μεγάλης κλίμακας ανάλυση που δημοσιεύθηκε στη British Medical Journal (BMJ).
Η μελέτη, με επικεφαλής τον καθηγητή Διαιτολογίας Δημήτρη Κουτουκίδη από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ανέλυσε δεδομένα από 9.341 υπέρβαρους ή παχύσαρκους ασθενείς που συμμετείχαν σε 37 διαφορετικές μελέτες και λάμβαναν συνολικά 18 διαφορετικά φάρμακα για την απώλεια βάρους.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι μετά τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής, οι συμμετέχοντες ανέκτησαν κατά μέσο όρο 0,4 κιλά τον μήνα, με την πλήρη επιστροφή στο αρχικό βάρος να προβλέπεται μέσα σε περίπου 1,7 έτη. Παράλληλα, παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου – όπως η αρτηριακή πίεση και τα επίπεδα χοληστερόλης – που είχαν βελτιωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας, επανέρχονταν στα προ θεραπείας επίπεδα εντός περίπου 1,4 έτους.
Περίπου οι μισοί συμμετέχοντες είχαν λάβει φάρμακα GLP-1, ανάμεσά τους και 1.776 άτομα που είχαν χρησιμοποιήσει τη σεμαγλουτίδη, ένα από τα νεότερα και πιο αποτελεσματικά σκευάσματα για την παχυσαρκία και τον διαβήτη τύπου 2. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η επανάκτηση βάρους ήταν ταχύτερη σε όσους είχαν λάβει σεμαγλουτίδη ή τιρζεπατίδη, φτάνοντας κατά μέσο όρο τα 0,8 κιλά τον μήνα.
Όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Δημήτρης Κουτουκίδης, αν και τα συγκεκριμένα φάρμακα οδηγούν αρχικά σε μεγαλύτερη απώλεια βάρους, «τελικά σχεδόν όλοι οι ασθενείς καταλήγουν περίπου στο ίδιο σημείο απ’ όπου ξεκίνησαν».
Η ανάλυση δείχνει επίσης ότι, ανεξάρτητα από το πόσα κιλά είχε χάσει κάποιος, η επανάκτηση βάρους μετά τη διακοπή των φαρμάκων ήταν ταχύτερη σε σύγκριση με προγράμματα συμπεριφορικής διαχείρισης βάρους.
Η μελέτη δεν μπόρεσε να προσδιορίσει ποιοι ασθενείς έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να διατηρήσουν την απώλεια βάρους μακροπρόθεσμα. «Το να κατανοήσουμε ποιοι τα καταφέρνουν και ποιοι όχι παραμένει το ‘ιερό δισκοπότηρο’ της έρευνας για την απώλεια βάρους», καταλήγει ο επικεφαλής της μελέτης.