Σε συζητήσεις για την πιθανή εξαγορά της αμερικανικής Bristol Myers Squibb φέρεται να βρίσκεται η AstraZeneca, σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου. Εφόσον προχωρήσει, η συμφωνία θα αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες συναλλαγές στην ιστορία της φαρμακοβιομηχανίας και θα δημιουργήσει έναν όμιλο με συνολική χρηματιστηριακή αξία που θα μπορούσε να προσεγγίσει τα 400 δισ. δολάρια.
Η AstraZeneca αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη εισηγμένη εταιρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο, με χρηματιστηριακή αξία περίπου 196 δισ. λιρών. Η Bristol Myers Squibb, με έδρα το Πρίνστον του Νιου Τζέρσεϊ, αποτιμάται περίπου στα 133 δισ. δολάρια και διαθέτει ισχυρή παρουσία στην ογκολογία, στην αιματολογία και στην ανοσολογία.
Ένας ενδεχόμενος συνδυασμός των δύο εταιρειών θα μπορούσε να δημιουργήσει την τέταρτη μεγαλύτερη φαρμακοβιομηχανία παγκοσμίως βάσει χρηματιστηριακής αξίας, πίσω από τις Eli Lilly, Johnson & Johnson και AbbVie.
Επιφυλακτικές οι αγορές
Η αντίδραση των επενδυτών ήταν έντονη. Η μετοχή της AstraZeneca υποχώρησε περισσότερο από 7% στις συναλλαγές του Λονδίνου, ενώ η μετοχή της Bristol Myers Squibb κινήθηκε ανοδικά στις προσυνεδριακές συναλλαγές της Νέας Υόρκης.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η BMS αντιμετωπίζει πιέσεις τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω της σταδιακής απώλειας της αποκλειστικότητας ώριμων φαρμακευτικών προϊόντων. Παράλληλα, ορισμένοι μέτοχοι της AstraZeneca ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σκοπιμότητα μιας τόσο μεγάλης και δαπανηρής εξαγοράς, σε μια περίοδο κατά την οποία η βρετανική εταιρεία παρουσιάζει ισχυρές επιδόσεις.
Υπό την ηγεσία του διευθύνοντος συμβούλου Pascal Soriot, ο οποίος ανέλαβε το 2012, η αξία της AstraZeneca έχει πολλαπλασιαστεί. Ο ίδιος είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην απόρριψη της πρότασης εξαγοράς της εταιρείας από την Pfizer το 2014, μια υπόθεση που είχε προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Στο επίκεντρο τα αντικαρκινικά φάρμακα
Η ογκολογία αποτελεί τον σημαντικότερο τομέα δραστηριότητας και για τις δύο εταιρείες. Ωστόσο, η ισχυρή παρουσία τους σε κοινές θεραπευτικές κατηγορίες ενδέχεται να αποτελέσει βασικό εμπόδιο για την ολοκλήρωση της συμφωνίας.
Οι δύο όμιλοι διαθέτουν άμεσα ανταγωνιστικά φάρμακα στην ανοσο-ογκολογία και ειδικότερα στη θεραπεία του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα. Η Bristol Myers Squibb διαθέτει το Opdivo, ενώ η AstraZeneca το Imfinzi.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται τα δημοσιεύματα, οι παγκόσμιες πωλήσεις του Opdivo ανήλθαν σε περίπου 10,05 δισ. δολάρια το 2025, ενώ οι πωλήσεις του Imfinzi διαμορφώθηκαν σε περίπου 6,06 δισ. δολάρια.
Η σημαντική αυτή εμπορική επικάλυψη θα μπορούσε να οδηγήσει τις αντιμονοπωλιακές αρχές των ΗΠΑ και άλλων αγορών να απαιτήσουν την πώληση φαρμάκων ή επιμέρους δραστηριοτήτων ως προϋπόθεση για την έγκριση της συναλλαγής. Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε τις αναμενόμενες συνέργειες και ενδεχομένως την οικονομική αξία του deal.
Η BMO Capital Markets εκτίμησε ότι οι επικαλύψεις στα εμπορικά χαρτοφυλάκια των δύο εταιρειών μειώνουν τις πιθανότητες επιτυχούς ολοκλήρωσης μιας συγχώνευσης.
Ρυθμιστικός και πολιτικός έλεγχος
Εκτός από τις αντιμονοπωλιακές αρχές, η AstraZeneca ενδέχεται να αντιμετωπίσει αυξημένο πολιτικό έλεγχο τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Στη Βρετανία, η συζήτηση αναμένεται να επικεντρωθεί στη διατήρηση της έδρας, των ερευνητικών δραστηριοτήτων και των επενδύσεων της εταιρείας στη χώρα. Πιθανή μεταφορά σημαντικών εταιρικών λειτουργιών προς τις ΗΠΑ θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις, δεδομένης της στρατηγικής σημασίας της AstraZeneca για τη βρετανική οικονομία και τον τομέα των βιοεπιστημών.
Η Bristol Myers Squibb διαθέτει ήδη εμπειρία από συμφωνίες μεγάλης κλίμακας. Το 2019 εξαγόρασε τη Celgene έναντι 74 δισ. δολαρίων. Για να εγκριθεί η συναλλαγή, οι ρυθμιστικές αρχές είχαν απαιτήσει την εκποίηση του φαρμάκου Otezla για την ψωρίαση.
Πιθανές συνέργειες στην έρευνα και την ανάπτυξη
Παρά τις δυσκολίες, ένας συνδυασμός AstraZeneca και Bristol Myers Squibb θα δημιουργούσε ένα από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια ογκολογικών φαρμάκων παγκοσμίως.
Η ενιαία εταιρεία θα μπορούσε, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, να προσεγγίσει τα 100 δισ. δολάρια σε ετήσιες πωλήσεις. Παράλληλα, θα αποκτούσε αυξημένες δυνατότητες στην ανάπτυξη συνδυαστικών θεραπευτικών σχημάτων, όπως τριπλές θεραπείες με ανοσο-ογκολογικούς παράγοντες και συζεύγματα αντισωμάτων-φαρμάκων.
Οι συνέργειες θα μπορούσαν να επεκταθούν στην έρευνα, στις κλινικές μελέτες, στην παραγωγή και στην παγκόσμια εμπορική διάθεση νέων θεραπειών. Ωστόσο, η πραγματική τους αξία θα εξαρτηθεί από τις πιθανές εκποιήσεις προϊόντων που θα ζητήσουν οι ρυθμιστικές αρχές.
Ο στόχος της AstraZeneca για το 2030
Η AstraZeneca έχει θέσει στόχο να αυξήσει τα ετήσια έσοδά της στα 80 δισ. δολάρια έως το 2030, από 58,7 δισ. δολάρια που κατέγραψε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.
Η ανάπτυξή της βασίζεται κυρίως στα ογκολογικά φάρμακα, στις θεραπείες για σπάνιες παθήσεις που ενισχύθηκαν μετά την εξαγορά της Alexion Pharmaceuticals έναντι 39 δισ. δολαρίων, καθώς και στα προϊόντα για τον διαβήτη, τις καρδιαγγειακές και τις νεφρικές παθήσεις.
Παρότι το εμβόλιο κατά της COVID-19 ενίσχυσε σημαντικά τη διεθνή αναγνωρισιμότητα της εταιρείας κατά την περίοδο της πανδημίας, η μετέπειτα ανάπτυξή της στηρίχθηκε κυρίως στα καινοτόμα φάρμακα και στις στρατηγικές εξαγορές.
Η AstraZeneca, με έδρα το Κέιμπριτζ, δημιουργήθηκε το 1999 από τη συγχώνευση της σουηδικής Astra AB και της βρετανικής Zeneca Group.
Προς το παρόν, οι πληροφορίες αφορούν διερευνητικές συζητήσεις και δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση ότι έχει κατατεθεί δεσμευτική πρόταση. Η εξέλιξη της υπόθεσης αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ένα πιθανό deal θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ογκολογικών θεραπειών.
