Περιορισμένη παραμένει η πρόσβαση των ασθενών στην Ελλάδα σε νέες καινοτόμες θεραπείες, καθώς μόλις το 20% των φαρμάκων που εγκρίνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταλήγει τελικά να διατίθεται στη χώρα.
Σύμφωνα με στοιχεία, από τα 173 φάρμακα που εγκρίθηκαν από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων την περίοδο 2020–2023, μόνο τα 45 έφτασαν στην ελληνική αγορά, αναδεικνύοντας σημαντικές καθυστερήσεις και εμπόδια στην πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία.

Το ζήτημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο της παρουσίασης της AstraZeneca, η οποία ανέλυσε τη στρατηγική της, τις επενδύσεις στην έρευνα και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το σύστημα υγείας. Όπως επισημάνθηκε, η αυξανόμενη επιβάρυνση της φαρμακοβιομηχανίας μέσω εκπτώσεων και υποχρεωτικών επιστροφών δημιουργεί πιέσεις στη βιωσιμότητα του συστήματος και επηρεάζει άμεσα τη διαθεσιμότητα νέων θεραπειών.
Είναι ενδεικτικό ότι από το 2022 και μετά η φαρμακοβιομηχανία καλύπτει πάνω από το 53% της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης, εξαιρουμένης της συμμετοχής των ασθενών, ενώ η δημόσια χρηματοδότηση αυξάνεται με χαμηλότερους ρυθμούς. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε διαρκώς αυξανόμενες επιστροφές προς το σύστημα υγείας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ανισότητες στην πρόσβαση παραμένουν έντονες, με τους ασθενείς να περιμένουν κατά μέσο όρο έως και δύο χρόνια περισσότερο για νέα φάρμακα σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ σημαντικό ποσοστό φαρμάκων που κυκλοφορούν στις ΗΠΑ δεν φτάνει ποτέ στην Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, η AstraZeneca συνεχίζει να επενδύει δυναμικά στην καινοτομία, θέτοντας φιλόδοξους στόχους έως το 2030, όπως η ανάπτυξη και διάθεση 20 νέων φαρμάκων. Ήδη έχουν κυκλοφορήσει 9 νέες δραστικές ουσίες, ενώ ακόμη 20 βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης. Το ερευνητικό χαρτοφυλάκιο της εταιρείας παραμένει εκτεταμένο, με εκατοντάδες έργα σε εξέλιξη και σημαντικό αριθμό κλινικών μελετών Φάσης III.
Καθοριστικό ρόλο στο ερευνητικό έργο διαδραματίζει η τεχνητή νοημοσύνη, η οποία αξιοποιείται στο μεγαλύτερο μέρος των προγραμμάτων ανάπτυξης φαρμάκων, από τον εντοπισμό θεραπευτικών στόχων έως τις κλινικές δοκιμές.
Σε επίπεδο επιδόσεων, το 2025 αποτέλεσε ακόμη μία χρονιά ανάπτυξης για την εταιρεία, με αύξηση εσόδων κατά 9% και συνολικά έσοδα 58,7 δισ. δολάρια, ενώ προχώρησε σε εκατοντάδες νέες κυκλοφορίες προϊόντων.
Στην Ελλάδα, η παρουσία της εταιρείας παραμένει ισχυρή, με κύκλο εργασιών 425 εκατ. ευρώ το 2025 (προ εκπτώσεων και επιστροφών), ενώ για την περίοδο 2026–2028 αναμένονται εγκρίσεις νέων φαρμάκων και ενδείξεων που ενισχύουν τις προοπτικές ανάπτυξης.
Παράλληλα, η συμβολή της στην έρευνα είναι σημαντική, με δεκάδες κλινικές μελέτες και προγράμματα πρώιμης πρόσβασης για ασθενείς, καθώς και σημαντική παρουσία επιστημονικού προσωπικού στη χώρα.
Όπως τονίστηκε, η αντιμετώπιση των προκλήσεων προϋποθέτει μια συνολική αλλαγή προσέγγισης, με την υγεία να αντιμετωπίζεται ως στρατηγική επένδυση. Μεταξύ των βασικών προτάσεων περιλαμβάνονται ο εκσυγχρονισμός του συστήματος υγείας, η κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού και η ενίσχυση της πρόληψης.
Παράλληλα, η εταιρεία επενδύει και στη βιωσιμότητα, καταγράφοντας σημαντική πρόοδο στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στο πλαίσιο της στρατηγικής της για ένα πιο βιώσιμο σύστημα υγείας και κοινωνία.
Με πληροφορίες από News24/7