Η χορήγηση φαρμάκων χωρίς ιατρική συνταγή (ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.) αποτελεί μία από τις συχνότερες αλλά και πλέον απαιτητικές πράξεις της καθημερινής φαρμακευτικής πρακτικής. Πίσω από ένα φαινομενικά απλό αίτημα μπορεί να υποκρύπτεται μία σοβαρή παθολογική κατάσταση, μία ακατάλληλη αυτοθεραπεία ή μία ανάγκη που ο ίδιος ο ασθενής δυσκολεύεται να εκφράσει. Ο φαρμακοποιός καλείται μέσα σε λίγα λεπτά να αξιολογήσει την κλινική εικόνα, να αποκλείσει καταστάσεις που απαιτούν άμεση ιατρική παρέμβαση, να επιλέξει την κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση και παράλληλα να οικοδομήσει μία σχέση εμπιστοσύνης.
Η χορήγηση φαρμάκων χωρίς ιατρική συνταγή δεν αποτελεί απλή διάθεση ενός προϊόντος. Πρόκειται για μία σύντομη αλλά ολοκληρωμένη κλινική συνέντευξη, όπου η επιστημονική γνώση συνδυάζεται με την κλινική κρίση και τις δεξιότητες αποτελεσματικής επικοινωνίας. Στο σύγχρονο φαρμακείο, η αξία της συμβουλής δεν εξαρτάται μόνο από το ποιο φάρμακο θα επιλεγεί, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνεται η θεραπευτική απόφαση.
Η πρώτη επαφή καθορίζει την ποιότητα της φαρμακευτικής συμβουλής
Η διαδικασία ξεκινά πολύ πριν από την επιλογή του κατάλληλου προϊόντος. Το πρώτο λεπτό της επικοινωνίας επηρεάζει καθοριστικά την ποιότητα των πληροφοριών που θα συλλεχθούν και, κατ’ επέκταση, την ασφάλεια της σύστασης.
Ένα φιλικό καλωσόρισμα, η ενεργητική ακρόαση, η κατάλληλη επαφή με το βλέμμα και μία ανοιχτή στάση σώματος δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ουσιαστική επικοινωνία. Οι ανοιχτές ερωτήσεις επιτρέπουν στον ασθενή να περιγράψει ελεύθερα το πρόβλημά του, χωρίς να περιορίζεται από τις υποθέσεις του επαγγελματία υγείας.
Αντί της ερώτησης «Τι φάρμακο θέλετε;», είναι προτιμότερο να πείτε:
«Πείτε μου τι σας έφερε σήμερα στο φαρμακείο.» ή «Τι σας απασχολεί περισσότερο αυτή τη στιγμή;»
Η αναδιατύπωση όσων αναφέρει ο ασθενής αποτελεί μία ιδιαίτερα αποτελεσματική τεχνική επιβεβαίωσης της κατανόησης:
«Αν καταλαβαίνω σωστά, τα συμπτώματα ξεκίνησαν πριν από τρεις ημέρες και επιδεινώνονται κυρίως τη νύχτα. Σωστά;»
Με τον τρόπο αυτό μειώνονται οι παρερμηνείες και ενισχύεται η σχέση εμπιστοσύνης.
Η σωστή αξιολόγηση ξεκινά από τις σωστές ερωτήσεις
Η επιλογή ενός ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. δεν πρέπει ποτέ να βασίζεται αποκλειστικά στο σύμπτωμα. Η διερεύνηση οφείλει να είναι συστηματική και να αφορά το άτομο για το οποίο προορίζεται η θεραπεία, τη διάρκεια και τα χαρακτηριστικά των συμπτωμάτων, το ατομικό ιστορικό, τις χρόνιες παθήσεις, την εγκυμοσύνη ή γαλουχία όπου απαιτείται, καθώς και τη συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή, συμπεριλαμβανομένων συμπληρωμάτων διατροφής και φυτικών σκευασμάτων.
Μία απλή αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματική εισαγωγική φράση είναι:
«Θα ήθελα να σας κάνω μερικές σύντομες ερωτήσεις, ώστε να σας προτείνω την ασφαλέστερη και καταλληλότερη λύση για τη δική σας περίπτωση.»
Η συγκεκριμένη διατύπωση εξηγεί τον λόγο των ερωτήσεων, μειώνει την αντίσταση του ασθενή και αναδεικνύει τον επιστημονικό ρόλο του φαρμακοποιού.
Η κλινική κρίση προηγείται της θεραπευτικής σύστασης
Η σημαντικότερη ίσως δεξιότητα του φαρμακοποιού είναι η ικανότητα διάκρισης μεταξύ των περιπτώσεων που μπορούν να αντιμετωπιστούν με ασφαλή αυτοφροντίδα και εκείνων που απαιτούν ιατρική αξιολόγηση.
Οξύς θωρακικός πόνος, αιφνίδια νευρολογικά συμπτώματα, σοβαρή δύσπνοια, υψηλός πυρετός με επιδείνωση της γενικής κατάστασης, ανεξήγητη απώλεια βάρους ή επίμονα και υποτροπιάζοντα συμπτώματα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα σημείων συναγερμού (red flags), τα οποία απαιτούν άμεση ή έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση, ανάλογα με τη σοβαρότητά τους.
Η παραπομπή στον ιατρό αποτελεί ένδειξη υπεύθυνης επαγγελματικής πρακτικής και όχι αδυναμία του φαρμακοποιού.
Αντί της φράσης «Δεν μπορώ να σας δώσω κάτι.», είναι προτιμότερο να αναφέρεται:
«Από αυτά που μου περιγράφετε θεωρώ ότι είναι ασφαλέστερο να σας εξετάσει άμεσα ο γιατρός σας, ώστε να αποκλειστεί μία σοβαρότερη αιτία πριν ξεκινήσουμε οποιαδήποτε θεραπεία.»
Η συγκεκριμένη διατύπωση βοηθά τον ασθενή να αντιληφθεί ότι η προτεραιότητα είναι η προστασία της υγείας του.
Η θεραπευτική σύσταση πρέπει να είναι εξατομικευμένη
Όταν η αυτοθεραπεία κρίνεται κατάλληλη, η πρόταση του φαρμακοποιού δεν περιορίζεται στην επιλογή ενός προϊόντος. Περιλαμβάνει την αιτιολόγηση της επιλογής, τη δοσολογία, τη διάρκεια χορήγησης, τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, τις αλληλεπιδράσεις, καθώς και τις περιπτώσεις που απαιτούν επανεκτίμηση.
Μία αποτελεσματική διατύπωση είναι:
«Με βάση όσα συζητήσαμε, θεωρώ ότι αυτή είναι η καταλληλότερη επιλογή για τη δική σας περίπτωση, επειδή αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τα συμπτώματά σας χωρίς να επηρεάζει τη θεραπεία που ήδη λαμβάνετε.»
Όταν ο ασθενής κατανοεί το σκεπτικό της σύστασης, αυξάνεται σημαντικά η εμπιστοσύνη προς τον φαρμακοποιό και η πιθανότητα σωστής εφαρμογής της θεραπείας.
Η επιβεβαίωση της κατανόησης αποτελεί μέρος της θεραπείας
Η αποτελεσματικότητα κάθε θεραπευτικής παρέμβασης εξαρτάται από την ορθή εφαρμογή των οδηγιών. Για τον λόγο αυτό, η επιβεβαίωση ότι ο ασθενής έχει κατανοήσει τον τρόπο χρήσης του φαρμάκου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της φαρμακευτικής συμβουλής.
Αντί της ερώτησης «Τα καταλάβατε;», η οποία συχνά οδηγεί σε μία τυπική καταφατική απάντηση, προτιμάται η τεχνική Teach-Back:
«Για να βεβαιωθώ ότι το εξήγησα σωστά, μπορείτε να μου πείτε πώς θα χρησιμοποιήσετε το φάρμακο όταν επιστρέψετε στο σπίτι;»
Με τον τρόπο αυτό ο φαρμακοποιός αξιολογεί την πραγματική κατανόηση, διορθώνει πιθανές παρανοήσεις και μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο σφαλμάτων στη χρήση της θεραπείας.
Η συζήτηση ολοκληρώνεται με σαφείς οδηγίες επανεκτίμησης:
«Εάν τα συμπτώματα δεν βελτιωθούν μέσα στις επόμενες δύο έως τρεις ημέρες ή εμφανιστεί οποιοδήποτε νέο σύμπτωμα που σας ανησυχήσει, θα ήθελα να επικοινωνήσετε μαζί μου ή να απευθυνθείτε στον γιατρό σας.»
Ο φαρμακοποιός ως επαγγελματίας πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας
Η ασφαλής χορήγηση φαρμάκων χωρίς ιατρική συνταγή αποτελεί μία σύνθετη διαδικασία κλινικής αξιολόγησης, λήψης αποφάσεων και αποτελεσματικής επικοινωνίας. Ο φαρμακοποιός δεν αξιολογείται μόνο από την ικανότητά του να προτείνει το κατάλληλο προϊόν, αλλά κυρίως από την ικανότητά του να αναγνωρίζει τους παράγοντες κινδύνου, να καθοδηγεί υπεύθυνα τον ασθενή, να προλαμβάνει σφάλματα και να συμβάλλει στην ορθολογική χρήση των φαρμάκων.
Σε μία εποχή όπου η αυτοφροντίδα αναπτύσσεται διαρκώς και οι πολίτες αναζητούν αξιόπιστη καθοδήγηση, κάθε αίτημα για ένα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. αποτελεί μία ευκαιρία να αναδειχθεί ο πραγματικός ρόλος του φαρμακοποιού, όχι ως διανομέα προϊόντων, αλλά ως επιστήμονα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας που αξιολογεί, συμβουλεύει, εκπαιδεύει και προστατεύει τον ασθενή μέσα από τεκμηριωμένες αποφάσεις και ουσιαστική επικοινωνία.
Από την ΠΕΝΝΥ ΛΑΖΟΓΕΩΡΓΟΥ,Φαρμακοποιό, MSc Διοίκηση Μονάδων Υγείας
