Η ασπιρίνη, ένα από τα πιο παλιά και ευρέως χρησιμοποιούμενα φάρμακα παγκοσμίως, φαίνεται πως αποκτά έναν νέο, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο πέρα από την ανακούφιση του πόνου και την καρδιοπροστασία: την πρόληψη του καρκίνου.
Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από κλινικές μελέτες και δοκιμές ενισχύουν την άποψη ότι η καθημερινή λήψη χαμηλής δόσης ασπιρίνης μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης αλλά και υποτροπής ορισμένων μορφών καρκίνου, κυρίως του παχέος εντέρου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δεδομένα από ασθενείς με σύνδρομο Lynch, μια κληρονομική κατάσταση που αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του εντέρου. Σε μακροχρόνια μελέτη με παρακολούθηση έως και 10 ετών, ασθενείς που λάμβαναν καθημερινά ασπιρίνη παρουσίασαν έως και 50% μείωση στον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι το όφελος αυτό φάνηκε να διατηρείται για χρόνια μετά την έναρξη της θεραπείας.

Νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι χαμηλότερες δόσεις (75–100 mg ημερησίως) είναι πιθανώς εξίσου αποτελεσματικές από υψηλότερες, περιορίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τους φαρμακοποιούς, οι οποίοι καλούνται συχνά να συμβουλεύσουν ασθενείς σχετικά με τη χρήση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων. Η ασπιρίνη, αν και εύκολα προσβάσιμη, δεν είναι ακίνδυνη: μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερική αιμορραγία, έλκη ή ακόμη και εγκεφαλική αιμορραγία σε ορισμένες περιπτώσεις.
Πέρα από την πρόληψη, η ασπιρίνη φαίνεται να μειώνει και τον κίνδυνο υποτροπής του καρκίνου. Μελέτη του 2025 σε σχεδόν 3.000 ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου έδειξε ότι όσοι έλαβαν ασπιρίνη μετά από χειρουργική επέμβαση είχαν λιγότερο από το μισό κίνδυνο υποτροπής σε σχέση με όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο. Το εύρημα αυτό έχει ήδη επηρεάσει τις κατευθυντήριες οδηγίες σε χώρες όπως η Σουηδία, όπου πλέον εφαρμόζεται γονιδιακός έλεγχος σε ασθενείς και, όπου ενδείκνυται, χορηγείται ασπιρίνη ως συμπληρωματική θεραπεία.
Ο μηχανισμός δράσης της ασπιρίνης στην αντικαρκινική της δράση δεν έχει πλήρως αποσαφηνιστεί, ωστόσο υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις. Ένας βασικός μηχανισμός αφορά την αναστολή του ενζύμου COX-2, το οποίο εμπλέκεται στην παραγωγή προσταγλανδινών που προάγουν τη φλεγμονή και την καρκινογένεση. Με την αναστολή του COX-2, η ασπιρίνη φαίνεται να περιορίζει τον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό των κυττάρων.
Παράλληλα, νεότερες έρευνες εστιάζουν στον ρόλο της ασπιρίνης στο ανοσοποιητικό σύστημα. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι αναστέλλει τη δράση της θρομβοξάνης Α2, μιας ουσίας που συμβάλλει στην πήξη του αίματος αλλά και ενδέχεται να βοηθά τα καρκινικά κύτταρα να διαφεύγουν από την ανοσολογική επιτήρηση. Με αυτόν τον τρόπο, η ασπιρίνη μπορεί να ενισχύει τη δράση των Τ-λεμφοκυττάρων, καθιστώντας πιο εύκολη την αναγνώριση και καταστροφή των καρκινικών κυττάρων.
Παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα, η ευρεία χρήση της ασπιρίνης για πρόληψη καρκίνου στον γενικό πληθυσμό παραμένει αντικείμενο συζήτησης. Οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι η χορήγησή της πρέπει να περιορίζεται σε ομάδες υψηλού κινδύνου και πάντα υπό ιατρική παρακολούθηση. Ο ρόλος του φαρμακοποιού είναι κρίσιμος στην ενημέρωση των ασθενών για τα οφέλη αλλά και τους πιθανούς κινδύνους.
Η ασπιρίνη φαίνεται πως εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου από απλό αναλγητικό εξελίσσεται σε πολύτιμο εργαλείο πρόληψης σοβαρών νοσημάτων. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν έχει αντικαρκινική δράση, αλλά σε ποιους ασθενείς, σε ποια δόση και για πόσο χρονικό διάστημα μπορεί να προσφέρει το μέγιστο όφελος με τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση.