Τα φάρμακα της κατηγορίας GLP-1 έχουν αλλάξει σημαντικά τη θεραπευτική προσέγγιση για τον διαβήτη τύπου 2 και την παχυσαρκία. Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η χρήση τους στους ηλικιωμένους ίσως απαιτεί στενότερη παρακολούθηση της υγείας των οστών.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism διαπίστωσε ότι ηλικιωμένοι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που ξεκίνησαν θεραπεία με GLP-1 εμφάνισαν κατά 11% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο καταγμάτων ευθραυστότητας σε σύγκριση με όσους λάμβαναν άλλες αντιδιαβητικές αγωγές.

Η έρευνα περιλαμβάνει περίπου 46.000 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, τα οποία παρακολουθήθηκαν για τρία χρόνια. Μετά από στατιστικές προσαρμογές, οι ερευνητές κατέγραψαν μια μέτρια αλλά στατιστικά σημαντική αύξηση του κινδύνου καταγμάτων στους χρήστες των συγκεκριμένων φαρμάκων.
Ο επικεφαλής της μελέτης, Dr. Michal Kasher Meron από το Meir Medical Center στο Ισραήλ, σημείωσε ότι παρότι η αύξηση του κινδύνου είναι σχετικά μικρή, αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή αφορά έναν ήδη ευάλωτο πληθυσμό. Τόσο η προχωρημένη ηλικία όσο και ο διαβήτης τύπου 2 αποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου για κατάγματα.
Παλαιότερες μελέτες σε νεότερους ασθενείς που λάμβαναν GLP-1 δεν είχαν δείξει αντίστοιχη αύξηση του κινδύνου. Ωστόσο, οι πιο σύγχρονες και ισχυρότερες εκδοχές αυτών των φαρμάκων χρησιμοποιούνται πλέον ευρέως και σε ηλικιωμένους, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάζει διαφορετικά το προφίλ ασφάλειας.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης και δεν μπορεί να αποδείξει αιτιώδη σχέση. Δεν είναι σαφές αν ο αυξημένος κίνδυνος σχετίζεται με την απώλεια βάρους, αλλαγές στη διατροφή, απώλεια μυϊκής μάζας ή με άμεση επίδραση των φαρμάκων στα οστά.
Σε ξεχωριστή ανάλυση που παρουσιάστηκε σε συνέδριο της American Academy of Orthopaedic Surgeons, με δεδομένα από περίπου 146.000 ενήλικες με παχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2, οι χρήστες GLP-1 εμφάνισαν 29% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο οστεοπόρωσης μέσα σε διάστημα πέντε ετών σε σύγκριση με μη χρήστες.
Παράλληλα, τα περιστατικά ουρικής αρθρίτιδας ήταν ελαφρώς συχνότερα στους χρήστες GLP-1, επηρεάζοντας το 7,4% έναντι 6,6% των μη χρηστών, δηλαδή περίπου 12% σχετική αύξηση. Η οστεομαλακία παρέμεινε σπάνια, αλλά καταγράφηκε σχεδόν διπλάσια συχνότητα στους ασθενείς που λάμβαναν τα φάρμακα.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα δεν θα πρέπει να αποθαρρύνουν τη χρήση των GLP-1 όταν υπάρχει ιατρική ένδειξη, καθώς τα φάρμακα αυτά έχουν αποδεδειγμένα οφέλη στον έλεγχο του σακχάρου, την απώλεια βάρους και τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου.
Εκπρόσωπος της Novo Nordisk δήλωσε ότι η ασφάλεια των ασθενών αποτελεί προτεραιότητα για την εταιρεία και ότι συνεχίζεται η συνεργασία με τον αμερικανικό FDA, ενώ ανεξάρτητες επιστημονικές μελέτες για τα προϊόντα της θεωρούνται ευπρόσδεκτες.