Νέα επιστημονική μελέτη ρίχνει φως στον μηχανισμό πίσω από το εξαιρετικά σπάνιο αλλά σοβαρό σύνδρομο θρομβοπενίας με θρόμβωση (VITT) που συνδέθηκε με εμβόλια κατά της COVID-19 τα οποία βασίζονταν σε αδενοϊικούς φορείς, όπως αυτά της AstraZeneca και της Johnson & Johnson.
Το VITT απασχόλησε τις υγειονομικές αρχές το 2021, όταν καταγράφηκαν περιστατικά ασυνήθιστων θρομβώσεων σε συνδυασμό με χαμηλά αιμοπετάλια, λίγες ημέρες μετά τον εμβολιασμό. Αν και η συχνότητα υπολογίστηκε περίπου σε 1 περίπτωση ανά 200.000 δόσεις, η σοβαρότητα των περιστατικών οδήγησε αρκετές χώρες στον περιορισμό ή την απόσυρση των συγκεκριμένων εμβολίων.
Στην Ευρώπη αναφέρθηκαν περίπου 900 περιστατικά, εκ των οποίων περίπου 200 κατέληξαν θανατηφόρα. Παράλληλα, παγκοσμίως χορηγήθηκαν περισσότερες από 3 δισεκατομμύρια δόσεις του εμβολίου της AstraZeneca, οι οποίες εκτιμάται ότι έσωσαν εκατομμύρια ζωές.

Η ομοιότητα με επιπλοκή της ηπαρίνης
Από τα πρώτα περιστατικά, οι ειδικοί διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς εμφάνιζαν αντισώματα κατά της πρωτεΐνης PF4 (Platelet Factor 4), παρόμοια με εκείνα που παρατηρούνται στη σπάνια επιπλοκή της ηπαρίνης (HIT). Ωστόσο, στην περίπτωση του VITT δεν υπήρχε έκθεση σε ηπαρίνη.
Αυτό οδήγησε στην υπόθεση ότι το ίδιο το εμβόλιο πυροδοτούσε μια ανοσολογική αντίδραση που στρεφόταν κατά του PF4, ενεργοποιώντας τα αιμοπετάλια και προκαλώντας θρόμβους, ενώ ταυτόχρονα εξαντλούνταν τα αιμοπετάλια και εμφανιζόταν αιμορραγία.
Τι έδειξε η νέα μελέτη
Σύμφωνα με τα ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στο New England Journal of Medicine, ο ρόλος-κλειδί φαίνεται να ανήκει σε πρωτεΐνη του αδενοϊού-φορέα, την pVII.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα αντισώματα των ασθενών με VITT αναγνώριζαν ένα τμήμα της pVII που έχει δομική ομοιότητα με το PF4. Αυτή η «μοριακή μίμηση» φαίνεται να οδηγεί σε διασταυρούμενη αντίδραση: το ανοσοποιητικό σύστημα, αντί να στοχεύει αποκλειστικά τον ιικό φορέα, παράγει αντισώματα που δεσμεύονται και στο PF4.
Με ανάλυση δειγμάτων από 21 ασθενείς, οι επιστήμονες εντόπισαν κοινά δομικά χαρακτηριστικά στα αντισώματα. Συγκεκριμένα, παρουσίαζαν αλλαγές σε κρίσιμες θέσεις της ελαφριάς αλυσίδας τους, που αύξαναν το αρνητικό τους φορτίο και ενίσχυαν τη σύνδεσή τους με το θετικά φορτισμένο PF4.
Το σύμπλοκο αντισώματος–PF4 ενεργοποιεί τα αιμοπετάλια, προκαλώντας έναν φαύλο κύκλο ενεργοποίησης της πήξης. Η αιτιολογική σχέση επιβεβαιώθηκε και σε πειραματικά μοντέλα, όπου τα συγκεκριμένα αντισώματα προκάλεσαν εικόνα συμβατή με VITT.
Ρόλος της γενετικής προδιάθεσης
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ορισμένα άτομα ενδέχεται να διαθέτουν γενετικές παραλλαγές που διευκολύνουν την παραγωγή αυτών των αντισωμάτων. Παράλληλα, προηγούμενη έκθεση σε αδενοϊούς ίσως «προετοιμάζει» το ανοσοποιητικό σύστημα, ώστε σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις να παραχθεί μια παραλλαγή αντισώματος με ισχυρή συγγένεια για το PF4.
Παρότι σε αρκετούς πληθυσμούς μεγάλο ποσοστό ανθρώπων φέρει σχετικές γενετικές παραλλαγές, το σύνδρομο παραμένει εξαιρετικά σπάνιο.
Επιπτώσεις για το μέλλον
Τα ευρήματα έχουν σημασία και για άλλα εμβόλια που χρησιμοποιούν αδενοϊικούς φορείς, όπως ορισμένα εμβόλια κατά του Έμπολα, αλλά και υποψήφια εμβόλια για γρίπη, ελονοσία και άλλες λοιμώξεις.
Αν και η πρωτεΐνη pVII δεν μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί από τον αδενοϊό, οι επιστήμονες εξετάζουν το ενδεχόμενο τροποποίησής της, ώστε να μειωθεί η δομική ομοιότητα με το PF4 και να περιοριστεί ακόμη περισσότερο ο ήδη εξαιρετικά χαμηλός κίνδυνος.
Η νέα μελέτη δεν αλλάζει τη συνολική εκτίμηση για το όφελος των εμβολίων έναντι της COVID-19, αλλά προσφέρει σημαντική γνώση για τον ασφαλέστερο σχεδιασμό μελλοντικών εμβολιαστικών τεχνολογιών.