Οι στατίνες παραμένουν από τα πιο συχνά συνταγογραφούμενα φάρμακα για τη μείωση της χοληστερόλης, ωστόσο πολλοί ασθενείς τις διακόπτουν όταν εμφανίσουν μυϊκό πόνο, αδυναμία ή επίμονη κόπωση.
Νέα έρευνα από επιστήμονες του Columbia αποκαλύπτει ότι, σε ορισμένους ασθενείς, αυτά τα συμπτώματα μπορεί να σχετίζονται με την πρόσδεση των στατινών σε μια πρωτεΐνη μέσα στα μυϊκά κύτταρα, η οποία φαίνεται να προκαλεί μη φυσιολογική απελευθέρωση ιόντων ασβεστίου.
Περισσότεροι από 200 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως χρησιμοποιούν στατίνες, με την μυαλγία να αποτελεί την πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια.

Οι επιστήμονες προσπαθούν εδώ και δεκαετίες να κατανοήσουν τους μηχανισμούς πίσω από τα μυϊκά προβλήματα που σχετίζονται με τις στατίνες, ήδη από τα πρώτα χρόνια κυκλοφορίας του φαρμάκου στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Αν και οι στατίνες στοχεύουν στη μείωση της χοληστερόλης μέσω της πρόσδεσής τους σε ένα ένζυμο που συμμετέχει στη σύνθεσή της, είναι γνωστό ότι μπορούν να δεσμευτούν και σε άλλους, μη επιθυμητούς στόχους. Προηγούμενες μελέτες είχαν υποδείξει ότι τα μυϊκά συμπτώματα ενδέχεται να εμφανίζονται όταν οι στατίνες αλληλεπιδρούν με μια συγκεκριμένη πρωτεΐνη που βρίσκεται στον μυϊκό ιστό.
Χρησιμοποιώντας κρυοηλεκτρονική μικροσκοπία, μια τεχνική που επιτρέπει την απεικόνιση μοριακών δομών με εξαιρετικά υψηλή ανάλυση, η ομάδα των ερευνητών κατάφερε να παρατηρήσει άμεσα αυτή την αλληλεπίδραση και να χαρτογραφήσει με ακρίβεια τις δομικές της λεπτομέρειες.
Τα ευρήματα αποκάλυψαν δύο σημεία στην πρωτεΐνη του μυός, που ονομάζεται υποδοχέας ρυανοδίνης, όπου προσδένεται η σιμβαστατίνη. Η πρόσδεση αυτή ανοίγει ένα κανάλι στον υποδοχέα, επιτρέποντας τη διαρροή ασβεστίου. Όπως εξηγούν οι ερευνητές, η διαρροή ασβεστίου θα μπορούσε να εξηγήσει τις μυϊκές ανεπιθύμητες ενέργειες των στατινών, είτε αποδυναμώνοντας άμεσα τον μύ είτε ενεργοποιώντας ένζυμα που διασπούν το μυϊκό ιστό.
Τα νέα ευρήματα υποδεικνύουν επίσης ότι οι στατίνες θα μπορούσαν να επανασχεδιαστούν ώστε να μην προσδένονται στον υποδοχέα ρυανοδίνης, διατηρώντας παράλληλα την ικανότητά τους να μειώνουν τη χοληστερόλη.
Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο Journal of Clinical Investigation.