Οι παγκόσμιες φαρμακοβιομηχανίες ετοιμάζονται να εντείνουν τις πιέσεις τους στην Ευρώπη, προκειμένου να διασφαλίσουν υψηλότερες τιμές για τα συνταγογραφούμενα φάρμακά τους. Η εξέλιξη αυτή έρχεται μετά τη συμφωνία που έκλεισαν με την κυβέρνηση Τραμπ, δεσμευόμενες να μειώσουν τις τιμές των νέων φαρμάκων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις με τις ευρωπαϊκές χώρες σκληρύνουν, οι εταιρείες δεν αποκλείεται να καθυστερήσουν την κυκλοφορία νέων φαρμάκων σε ορισμένες αγορές ή να περιορίσουν την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες. Ήδη, στελέχη του κλάδου προειδοποιούν ότι το υφιστάμενο μοντέλο τιμολόγησης στην Ευρώπη λειτουργεί αποτρεπτικά για την ταχεία διάθεση νέων φαρμάκων.
Εταιρείες όπως η Pfizer, η Eli Lilly και η AstraZeneca έχουν αποδεχθεί τη μείωση των τιμών στις ΗΠΑ, φέρνοντάς τες πιο κοντά στα επίπεδα άλλων ανεπτυγμένων χωρών. Ο Τραμπ είχε επιμείνει ότι τα υπόλοιπα πλούσια κράτη θα πρέπει να πληρώνουν περισσότερα, ώστε να καταστεί δυνατή η μείωση των τιμών για τους Αμερικανούς ασθενείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Βρετανία, η οποία συμφώνησε σε μείωση δασμών με αντάλλαγμα αύξηση έως και 25% στις τιμές που καταβάλλει για νέα αμερικανικά φάρμακα.

Το ευρωπαϊκό δίλημμα και οι πολιτικές τιμολόγησης
Σύμφωνα με τον Sebastian Guth, COO των φαρμακευτικών δραστηριοτήτων της Bayer, οι Ευρωπαίοι ηγέτες εμφανίζονται πλέον πιο πρόθυμοι να επανεξετάσουν τις πολιτικές κοστολόγησης, ιδιαίτερα αν αυτό σημαίνει ταχύτερη πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες. Όπως σημειώνει, οι Αμερικανοί έχουν πρόσβαση περίπου στο 80% των καινοτόμων φαρμάκων που εγκρίθηκαν την τελευταία δεκαετία, ενώ οι Ευρωπαίοι σε λιγότερο από το 50%, γεγονός που υποδηλώνει σημαντική διαρθρωτική καθυστέρηση στην Ευρώπη.
Οι ευρωπαϊκές χώρες πληρώνουν κατά μέσο όρο περίπου 33% λιγότερο από τις ΗΠΑ, κυρίως λόγω των εθνικών συστημάτων υγείας που διαπραγματεύονται κεντρικά τις τιμές και συχνά καθυστερούν τις αγορές για να εξασφαλίσουν καλύτερους όρους. Ωστόσο, πολλές φαρμακοβιομηχανίες έχουν προειδοποιήσει ότι, αν δεν αλλάξει αυτό το μοντέλο, η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει την έγκαιρη πρόσβαση σε νέα φάρμακα.
Πέρυσι, 14 μεγάλοι φαρμακευτικοί όμιλοι έκλεισαν συμφωνίες με την κυβέρνηση Τραμπ, μειώνοντας τις τιμές για ορισμένα φάρμακα που απευθύνονται σε ασθενείς που πληρώνουν μετρητά ή εντάσσονται σε προγράμματα για χαμηλόμισθα νοικοκυριά. Παράλληλα, δεσμεύτηκαν να ευθυγραμμίσουν τις τιμές λανσαρίσματος νέων φαρμάκων στις ΗΠΑ με εκείνες άλλων ανεπτυγμένων χωρών, εξασφαλίζοντας ως αντάλλαγμα τριετή εξαίρεση από υψηλούς δασμούς.
Οι αγορές αντέδρασαν θετικά, με τις μετοχές των περισσότερων φαρμακοβιομηχανιών να ενισχύονται, καθώς οι επενδυτές έκριναν ότι οι επιλεκτικές μειώσεις τιμών δεν θα είχαν σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο, ενώ αποτιμήθηκε θετικά η απομάκρυνση της απειλής των δασμών. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, δεν αποκλείεται οι εταιρείες να δώσουν προτεραιότητα στην αμερικανική αγορά, καθυστερώντας τη διάθεση νέων φαρμάκων στην Ευρώπη για όσο διάστημα διαρκεί η πολιτική αβεβαιότητα.