Η μικροβιακή αντοχή εξελίσσεται σε μία από τις σοβαρότερες απειλές για τη δημόσια υγεία. Βακτήρια που παλαιότερα αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικά με κοινά αντιβιοτικά έχουν πλέον αναπτύξει μηχανισμούς αντίστασης, περιορίζοντας σημαντικά τις θεραπευτικές επιλογές.
Ο όρος «υπερμικρόβια» χρησιμοποιείται για βακτήρια που είναι ανθεκτικά σε πολλαπλά αντιβιοτικά ταυτόχρονα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας διατηρεί κατάλογο με τα ανθεκτικά παθογόνα που προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία. Σε αυτά περιλαμβάνονται βακτήρια ανθεκτικά στις καρβαπενέμες, οι οποίες θεωρούνται συχνά αντιβιοτικά τελευταίας γραμμής, το MRSA και η πολυανθεκτική φυματίωση.
Πολλά από αυτά τα παθογόνα συνδέονται με νοσοκομειακές λοιμώξεις, όπου η έντονη χρήση αντιβιοτικών, οι επεμβατικές πράξεις και η ευάλωτη κατάσταση των ασθενών ευνοούν την εμφάνιση και τη μετάδοσή τους. Η αντοχή, ωστόσο, δεν περιορίζεται στα νοσοκομεία, αλλά κυκλοφορεί στην κοινότητα, στα ζώα και στο περιβάλλον.
Εκατομμύρια θάνατοι κάθε χρόνο
Μεγάλη διεθνής ανάλυση που εξέτασε δεδομένα τριών δεκαετιών εκτίμησε ότι περίπου 4,7 εκατομμύρια θάνατοι ετησίως συνδέονται με λοιμώξεις από ανθεκτικά βακτήρια. Εάν δεν ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα, ο αριθμός αυτός ενδέχεται να ξεπεράσει τα 8 εκατομμύρια έως το 2050.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν αφορά τόσο μια απλή εκδορά σε έναν υγιή άνθρωπο, όσο τις ιατρικές πράξεις που βασίζονται στην ύπαρξη αποτελεσματικών αντιβιοτικών. Χειρουργικές επεμβάσεις, αντικαρκινικές θεραπείες, μεταμοσχεύσεις, τοκετοί και η φροντίδα ανοσοκατεσταλμένων ασθενών θα γίνουν σημαντικά πιο επικίνδυνες εάν οι λοιμώξεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν.
Γιατί τα βακτήρια αποκτούν αντοχή
Τα βακτήρια διαθέτουν φυσική ικανότητα προσαρμογής. Μικροοργανισμοί παράγουν και αντιμετωπίζουν αντιμικροβιακές ουσίες εδώ και εκατομμύρια χρόνια, πολύ πριν από την ανακάλυψη της πενικιλίνης.
Το σημερινό πρόβλημα αφορά κυρίως την κλίμακα της έκθεσης. Η εκτεταμένη χρήση αντιβιοτικών στην ιατρική, στην κτηνοτροφία και στη βιομηχανία εκθέτει τεράστιους πληθυσμούς βακτηρίων στα φάρμακα. Έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες επιβίωσης ανθεκτικών στελεχών, ενώ τα γονίδια αντοχής μπορούν να μεταφερθούν γρήγορα από ένα βακτήριο σε άλλο.
Η υπερβολική χρήση δεν είναι ο μοναδικός κίνδυνος. Προβλήματα δημιουργούνται επίσης όταν η δόση είναι ανεπαρκής, όταν η διάρκεια της αγωγής δεν είναι σωστή ή όταν το αντιβιοτικό χρησιμοποιείται χωρίς να υπάρχει βακτηριακή λοίμωξη.
Πού γίνεται η μεγαλύτερη κατάχρηση
Δεν υπάρχει μία μόνο πηγή του προβλήματος. Στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, εκτιμάται ότι σημαντικό ποσοστό των συνταγών αντιβιοτικών μπορεί να είναι περιττό ή ακατάλληλο. Συχνά τα αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται για ιογενείς λοιμώξεις, όπως το κοινό κρυολόγημα και η γρίπη, στις οποίες δεν έχουν καμία αποτελεσματικότητα.
Στην κτηνοτροφία, μεγάλες ποσότητες αντιβιοτικών χορηγούνται σε υγιή ζώα για πρόληψη νόσων ή ενίσχυση της ανάπτυξης. Παράλληλα, φαρμακευτικά κατάλοιπα καταλήγουν στο έδαφος και στα ύδατα μέσω βιομηχανικών και γεωργικών αποβλήτων.
Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπιση βασίζεται στην προσέγγιση «One Health», η οποία αναγνωρίζει ότι η υγεία των ανθρώπων, των ζώων και του περιβάλλοντος είναι αλληλένδετη.
Νέα αντιβιοτικά, αλλά όχι μόνο
Η ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών παραμένει απαραίτητη, όμως δεν αρκεί. Τα βακτήρια μπορούν να αναπτύξουν αντοχή και στα νέα φάρμακα, ιδιαίτερα όταν αυτά μοιάζουν με υπάρχουσες κατηγορίες.
Οι ερευνητές εξετάζουν νέους συνδυασμούς φαρμάκων, ουσίες που εξουδετερώνουν τους μηχανισμούς αντοχής, βακτηριοφάγους που προσβάλλουν συγκεκριμένα βακτήρια και θεραπείες που ενισχύουν την ανοσολογική απόκριση.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχουν η πρόληψη των λοιμώξεων, οι εμβολιασμοί, η υγιεινή, το καθαρό νερό και οι ταχύτερες διαγνωστικές εξετάσεις.
Ο ρόλος του φαρμακοποιού
Ο φαρμακοποιός μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών. Η ενημέρωση των πολιτών, η επισήμανση ότι τα αντιβιοτικά δεν δρουν κατά των ιών, η ενθάρρυνση της σωστής τήρησης της αγωγής και η αποτροπή της χρήσης υπολειπόμενων φαρμάκων αποτελούν κρίσιμες παρεμβάσεις.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επιταχύνει την ανακάλυψη νέων φαρμάκων και την παρακολούθηση της αντοχής. Δεν αποτελεί, όμως, αυτόνομη λύση. Η σημαντικότερη παρέμβαση παραμένει η πρόληψη των λοιμώξεων και η χρήση του σωστού αντιβιοτικού, στη σωστή δόση και μόνο όταν είναι πραγματικά απαραίτητο.
