Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τη συχνότερη μορφή καρκίνου στις γυναίκες παγκοσμίως. Σήμερα υπάρχουν πολλές θεραπευτικές επιλογές από τη χειρουργική αντιμετώπιση και τη χημειοθεραπεία, έως την ακτινοθεραπεία, την ανοσοθεραπεία και τις στοχευμένες θεραπείες που απευθύνονται σε συγκεκριμένους μοριακούς τύπους της νόσου.
Ωστόσο, δεν είναι όλες οι θεραπείες αποτελεσματικές για κάθε ασθενή. Η επιτυχία της θεραπείας μπορεί να εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως ο τύπος του καρκίνου του μαστού, το στάδιο της νόσου και η γενική κατάσταση υγείας του ατόμου. Αυτό καθιστά δύσκολη την ακριβή πρόβλεψη της αποτελεσματικότητας κάθε θεραπευτικής επιλογής.
Τώρα, μια νέα μελέτη παρουσιάζει μια καινοτόμο υγρή βιοψία, η οποία μπορεί να βοηθήσει στην πρόβλεψη της ανταπόκρισης ασθενών με προχωρημένο καρκίνο του μαστού σε στοχευμένες θεραπείες. Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να επιτρέψει ταχύτερη και πιο εξατομικευμένη αξιολόγηση της θεραπείας, με άμεσες προεκτάσεις για την κλινική πρακτική και την παρακολούθηση των ασθενών.

Στα πλαίσια της μελέτης, οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα αίματος από 167 ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του μαστού που συμμετείχαν στη μελέτη plasmaMATCH. Στόχος ήταν ο εντοπισμός κυκλοφορούντος καρκινικού DNA (ctDNA), μικροσκοπικών τμημάτων γενετικού υλικού που απελευθερώνονται στο αίμα από καρκινικά κύτταρα και όγκους.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε ομάδες ανάλογα με τον τύπο καρκίνου του μαστού και τις γενετικές μεταλλάξεις που έφεραν. Η πρώτη ομάδα περιλάμβανε ασθενείς με όγκους που εμφάνιζαν μεταλλάξεις στα ESR1, HER2, AKT1, AKT ή PTEN, ενώ η δεύτερη ομάδα περιλάμβανε συμμετέχοντες με τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού, χωρίς στοχεύσιμες αλλοιώσεις.
Οι επιστήμονες μέτρησαν τα επίπεδα ctDNA πριν την έναρξη της θεραπείας και εκ νέου τέσσερις εβδομάδες μετά, με στόχο να αξιολογήσουν αν οι αλλαγές στα επίπεδα του κυκλοφορούντος DNA μπορούν να προβλέψουν την ανταπόκριση στις στοχευμένες θεραπείες.
Στην πρώτη ομάδα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι συμμετέχοντες με μη ανιχνεύσιμο ctDNA στην κυκλοφορία του αίματος είχαν καλά αποτελέσματα μετά από 4 εβδομάδες θεραπείας — ο καρκίνος παρέμεινε αδρανής για κατά μέσο όρο 10,6 μήνες, σε σύγκριση με 3,5 μήνες για όσους είχαν ανιχνεύσιμο ctDNA.
Στην ίδια ομάδα, 46,2% των ασθενών με χαμηλά επίπεδα ctDNA μετά από 4 εβδομάδες ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία, ενώ το ποσοστό αυτό έπεφτε στο 7,9% για όσους τα επίπεδα ctDNA παρέμεναν υψηλά.

Στη δεύτερη ομάδα, οι ασθενείς που εμφάνιζαν χαμηλά επίπεδα ctDNA πριν από την έναρξη της θεραπείας είχαν διάστημα 10,2 μηνών κατά μέσο όρο χωρίς εξέλιξη της νόσου, έναντι 4,4 μηνών σε όσους παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα ctDNA. Στην ίδια ομάδα, το 40% των συμμετεχόντων με χαμηλά επίπεδα ctDNA ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία, σε σύγκριση με το 9,7% για όσους είχαν υψηλά επίπεδα.
Επιπλέον, στη δεύτερη ομάδα οι ερευνητές βρήκαν συσχέτιση ανάμεσα στα επίπεδα ctDNA και την κλινική έκβαση, ενισχύοντας την αξία της υγρής βιοψίας ως εργαλείου πρόβλεψης της θεραπευτικής ανταπόκρισης.