fbpx

Όλα Όσα Πρέπει να Γνωρίζετε για τις Επιφανειακές Μυκητιάσεις και την Αντιμετώπισή τους

Οι επιφανειακές, δερματικές ή μυκητιάσεις του βλεννογόνου, είναι καταστάσεις που παρατηρούνται αρκετά συχνά, κατά την περίοδο του καλοκαιριού. Η πλειοψηφία των περιπτώσεων ωστόσο, δεν προκαλεί ανησυχία.

Η αντιμετώπισή τους απαιτεί την επιλογή της κατάλληλης αγωγής και εφαρμογής αυστηρών κανόνων υγιεινής, ώστε να αποφευχθεί υποτροπή ή σχετική αναποτελεσματικότητα της θεραπείας.

Όλα Όσα Πρέπει να Γνωρίζετε για τις Επιφανειακές Μυκητιάσεις και την Αντιμετώπισή τους.

Μερικοί ορισμοί

Οι βλεννογονοδερματικές μυκητιάσεις, είναι επιφανειακές μυκητιάσεις που αφορούν την κεράτινη στοιβάδα της επιδερμίδας, σημεία του δέρματος όπως: νύχια, μαλλιά κ.λπ. ή τους βλεννογόνους.

Γενικά δεν προκαλούν ανησυχία, ωστόσο σε περίπτωση ανοσοκαταστολής μπορούν να αποτελέσουν «πύλη» για μία συστηματική μυκητίαση, γι’ αυτό και στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διαχείριση.

Προκαλούνται από τρεις τύπους μυκήτων:

- Δερματόφυτα: Προκαλούν συνήθως έρπη, ονυχομυκητίαση, κ.λπ.

- Ζυμομύκητες: Επηρεάζουν το δέρμα, τους βλεννογόνους ή τα νύχια και τα μαλλιά. Η Candida sp. είναι ο πιο γνωστός μύκητας της κατηγορίας, που προκαλεί καντιντίαση, ενώ η Malassezia furfur (πρώην Pityrosporum ovale), είναι υπεύθυνη για την πιτυροσπόρωση (pityriasis versicolor), μια μορφή πιτυρίδας αλλά και τη σμηγματορροϊκή δερματίτιδα. Οι  καταστάσεις αυτές, εμφανίζονται στο τριχωτό της κεφαλής.

- Μούχλες: Στην πράξη, πολύ σπάνια είναι υπεύθυνες για επιφανειακές μυκητιάσεις, ωστόσο μπορούν να αποικίσουν μια ήδη υπάρχουσα λοίμωξη.

Επηρεάζουν πιο συχνά, τα εσωτερικά όργανα (π.χ. πνευμονική ασπεργίλλωση), ιδιαίτερα σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Στην περίπτωση αυτή η αντιμετώπισή τους δεν είναι εφικτή.

Επιδημιολογικά δεδομένα

Οι επιφανειακές μυκητιασικές λοιμώξεις, παρατηρούνται αρκετά συχνά. Έχει διαπιστωθεί πως σχεδόν το 23% των παχύσαρκων ατόμων θα προσβληθούν από κάποια μυκητιασική λοίμωξη, ενώ η ονυχομυκητίαση αντιπροσωπεύει τις μισές περιπτώσεις ονυχοπάθειας.

Ακόμη, το 25% του πληθυσμού προσβάλλεται από το «πόδι του αθλητή», τουλάχιστον μία φορά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και η συχνότητα της δερματοφυτίασης παραμένει σταθερή, δεν ισχύει το ίδιο για αυτή των μυκητιάσεων που οφείλονται σε ζυμομύκητες.

Σημαντικοί λόγοι για το γεγονός αυτό, αποτελούν η ακατάλληλη χρήση αντιβιοτικών ευρέος φάσματος, αλλά και η αύξηση του αριθμού των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών (καρκίνοι, λοίμωξη HIV, παρατεταμένες ανοσοκατασταλτικές θεραπείες).

Ορισμένοι παράγοντες που ευνοούν την εμφάνιση και ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων, είναι: ηλικία, ανοσοκαταστολή (χημειοθεραπεία, θεραπεία με κορτικοστεροειδή, AIDS, κ.λπ.), έλλειψη φροντίδας και σωστής υγιεινής, διαβήτης, χρήση οδοντικών εμφυτευμάτων, παρατεταμένη χορήγηση αντιβιοτικής θεραπείας ευρέος φάσματος, επαφή με μολυσμένα σημεία του σώματος άλλου ατόμου ή ζώου.

Τα αντιμυκητιασικά φάρμακα, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

- Αντιμυκητιασικά ευρέος φάσματος: Είναι δραστικά σε λοιμώξεις από Candida αλλά και στην πιτυρίαση και σε δερματόφυτα (ακόμη και σε ορισμένα Gram + βακτήρια): ιμιδαζόλες, αλλυλαμίνες όπως η τερβιναφίνη κ.λπ.  

- Αντιμυκητιασικά στενού φάσματος: Το ενδεκυλενικό οξύ, η τολναφτάτη και η γκριζεοφουλβίνη, χαρακτηρίζονται ως αντιδερματοφυτικά φάρμακα. Η χρήση της νυστατίνης και της αμφοτερικίνης Β, ενδείκνυται σε καντιτιάσεις.

Η πλειοψηφία των αντιμυκητιασικών, περιέχουν ως επί το πλείστον στη σύστασή τους, ένα μόνο δραστικό συστατικό. Ωστόσο, υπάρχουν και ορισμένοι συνδυασμοί με αντιβακτηριακά ή κορτικοστεροειδή για την ενίσχυση του θεραπευτικού αποτελέσματος.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί και η χρήση των αντισηπτικών, ως μέσων θεραπείας στις καταστάσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένων παραγώγων ιωδίου, που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία επιφανειακών μυκητιάσεων ή θειούχου σεληνίου, που ενδείκνυται για την πιτυρίαση και τη σμηγματορροϊκή δερματίτιδα του τριχωτού της κεφαλής.

Οι επιλογές αυτές είναι αποτελεσματικές, ωστόσο ενέχουν τον κίνδυνο τοπικού ερεθισμού.

Ακόμη, χορηγούνται και στοματικά διαλύματα διττανθρακικού νατρίου για τη θεραπεία ή την πρόληψη της στοματικής καντιντίασης.

Τέλος, τα διαλύματα υπερμαγγανικού καλίου λόγω των οξειδωτικών και ξηραντικών ιδιοτήτων σε μολυσμένες περιοχές, μερικές φορές, συνταγογραφούνται για τη θεραπεία μυκητιάσεων.

Επιλογή του κατάλληλου γαληνικού σκευάσματος

Οι κλασικές τοπικές μορφές είναι ελάχιστα ή καθόλου ενεργές όταν η μυκητίαση επηρεάζει τα νύχια (ονυχομυκητίαση) ή τις τρίχες (δακτυλίτιδα), γεγονός που εξηγεί την αναγκαιότητα χρήσης γαληνικών σκευασμάτων σε κατάλληλη μορφή και ανάλογα με την περίπτωση: κρέμα (δερματικές αλλοιώσεις,), πούδρα (intertrigo, θεραπεία ποδιών), διάλυμα υπό μορφή ψεκασμών (τριχωτές περιοχές, τριχωτό της κεφαλής), gel (βλάβες δέρματος και βλεννογόνων), γαλάκτωμα (μυκητίαση ευαίσθητου δέρματος), διάλυμα που σχηματίζει φιλμ, βερνίκι ή αλοιφή, σαμπουάν.

Κανόνες υγιεινής

Οι βλεννογονοδερματικές μυκητιάσεις ευνοούνται από τη διαβροχή, την υγρασία και τη λήψη φαρμάκων (συμπεριλαμβανομένων των αντιβιοτικών).

Η συμμόρφωση με απλούς κανόνες υγιεινής, περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης μυκητιάσεων. Ποιοι είναι αυτοί;

- Καλό είναι να χρησιμοποιούνται βαμβακερά εσώρουχα, τα οποία θα αλλάζονται καθημερινά.

- Τα εσώρουχα, τα σεντόνια και οι πετσέτες θα πρέπει να πλένονται στους 60°C.

- Οι κάλτσες αλλά και οι πετσέτες είναι προσωπικά είδη και δεν θα πρέπει να μοιράζονται.

- Τα βρεγμένα ρούχα και μαγιό, θα πρέπει να αποφεύγονται.

- Η καθημερινή χρήση παπουτσιών που ευνοούν τη διαβροχή, θα πρέπει να αποφεύγεται. Με τη χρήση ειδικά αεριζόμενων αθλητικών παπουτσιών (επαγγελματικών), την καθημερινή περιποίηση παπουτσιών, καλτσών, παντοφλών, εάν είναι απαραίτητο, με ειδικό αποσμητικό και μυκητοστατικό σπρέι ή αντιμυκητιακή σκόνη, οι πιθανότητες εμφάνισης μυκητιασικής λοίμωξης περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό.  

- Θα πρέπει να προτιμώνται τα ντους από τα μπάνια, ενώ η χρήση όξινου σαπουνιού σε περιπτώσεις δερματοφυτίασης και ουδέτερου ή αλκαλικού σε περιπτώσεις καντιντίασης, είναι απαραίτητη.

- Μετά το πλύσιμο, κάθε πτυχή του δέρματος θα πρέπει να στεγνώνεται προσεκτικά με μια καθαρή πετσέτα ή, εάν χρειάζεται, με πιστολάκι μαλλιών.

- Συνίσταται επίσης η χρήση προϊόντων κατά της υπερβολικής εφίδρωσης (υπεριδρωσία), καθώς η υγρασία ευνοεί την ανάπτυξη μυκήτων.

- Οι συχνές επισκέψεις σε ζεστά και υγρά μέρη (υδρομασάζ, χαμάμ, σάουνα κ.λπ.) θα πρέπει να αποφεύγονται. Το πλύσιμο και η απολύμανση του χαλιού του μπάνιου, είναι απαραίτητο.

Θεραπευτική στρατηγική

Οι βλεννογονοδερματικές μυκητιάσεις μπορεί να είναι η αιτία βακτηριακών υπερλοιμώξεων και συστηματικών μυκητιασικών λοιμώξεων.

Επομένως, η θεραπεία που προσφέρεται συστηματικά σε όλους τους πάσχοντες ασθενείς, αποσκοπεί στην εξάλειψη των βλαβών, αλλά και για την πρόληψη της μόλυνσης.

Τοπική καντιντίαση (στοματική, κολπική, δερματική):

Η θεραπεία που δίνεται συνήθως, είναι τοπική. Ο αποικισμός του πεπτικού βλεννογόνου ανταποκρίνεται σε αγωγές per os.

Πιτυρίαση

Η τρέχουσα θεραπευτική στρατηγική, βασίζεται στην εφαρμογή κετοκοναζόλης, μία μόνο φορά  για διάστημα 5 λεπτών, η οποία επαναλαμβάνεται ένα μήνα αργότερα, εάν κριθεί απαραίτητο.

Η από του στόματος χορήγηση ιτρακοναζόλης, εξετάζεται σε εκτεταμένες και  κνησμώδεις μορφές μυκητιασικών λοιμώξεων.

Η σμηγματορροϊκή δερματίτιδα του τριχωτού της κεφαλής (συνήθως προκαλείται από Malasseziafurfur), αντιμετωπίζεται με κυκλοπιροξολαμίνη ή κετοκοναζόλη.

Ονυχομυκητίαση

Συνήθως, αντιμετωπίζεται με θεραπεία μακράς διάρκειας από 3 έως και 18 μήνες. Το μολυσμένο νύχι κόβεται όσο το δυνατόν πιο κοντά, στη συνέχεια καθαρίζεται προσεκτικά και απολυμαίνεται χρησιμοποιώντας μια κομπρέσα εμποτισμένη σε οργανικό διαλύτη.

Η αλοιφή ουρίας (με συγκέντρωση 40%) ενδείκνυται για την αποδυνάμωση των παθολογικών προσκολλήσεων (μυκητιασικών), καθώς εξασφαλίζει την προσκόλληση του νυχιού στο δέρμα και την επιλεκτική αποκόλληση του μολυσμένου τμήματος, διευκολύνοντας την κοπή και την απομάκρυνσή του για την αντιμυκητιακή θεραπεία.

Λειχήνας

Η δακτυλίτιδα, απαιτεί ξύρισμα των τραυματισμένων περιοχών (ή ακόμα και ολικό ξύρισμα σε περίπτωση εκτεταμένων βλαβών).

Η θεραπεία, η οποία διαρκεί τουλάχιστον 8 εβδομάδες, βασίζεται στη χορήγηση ενός συστηματικού αντιμυκητιασικού (griseofulvin, terbinafine), που συνδυάζεται με τη τοπική εφαρμογή κετοκοναζόλης.

Ολίνα Ηλιάδου, MSc Clinical Pharmacologist, MBA in Pharmacy Management, MPharm

e-learning-pharmamanage.gr


Σεβόμαστε την Ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες, που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία από εμάς και τους συνεργάτες μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αρνηθείτε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις σας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο. Μπορείτε πάντα να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο ή επισκεπτόμενοι τους όρους Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων