Μια νέα τάση διαμορφώνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, καθώς ολοένα και περισσότεροι ασθενείς που ξεκινούν για πρώτη φορά φαρμακευτική αγωγή επιλέγουν χάπια αντί για ενέσιμες θεραπείες. Ο βασικός λόγος είναι το χαμηλότερο κόστος και η ευκολία χρήσης, σύμφωνα με γιατρούς που ειδικεύονται στην παχυσαρκία.
Η αγορά των φαρμάκων απώλειας βάρους βρίσκεται σε φάση έντονου ανταγωνισμού, με τη Novo Nordisk και την Eli Lilly να διεκδικούν μερίδιο σε έναν κλάδο που εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία. Οι δύο φαρμακευτικοί κολοσσοί επενδύουν πλέον δυναμικά στα από του στόματος σκευάσματα, τα οποία φαίνεται να προσελκύουν νέες κατηγορίες ασθενών.
Το χάπι Wegovy της Novo Nordisk κυκλοφορεί από τον Ιανουάριο και περιέχει τη δραστική ουσία σεμαγλουτίδη, η οποία χρησιμοποιείται ήδη σε ενέσιμες θεραπείες όπως το Ozempic και το Wegovy για τον διαβήτη και την απώλεια βάρους. Από την άλλη πλευρά, η Eli Lilly εισέρχεται δυναμικά στην κατηγορία με το νέο χάπι Foundayo, με δραστική ουσία την orforglipron, το οποίο ξεκινά να διατίθεται στην αγορά.

Σύμφωνα με γιατρούς που μίλησαν στο Reuters, το χάπι Wegovy έχει ήδη αρχίσει να συνταγογραφείται ευρέως, με ορισμένους να αναφέρουν ότι περίπου το 10% των ασθενών τους το λαμβάνει. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι νέοι χρήστες φαρμάκων τύπου GLP-1, κάτι που δείχνει ότι τα χάπια δεν αντικαθιστούν απαραίτητα τις ενέσεις, αλλά διευρύνουν τη βάση των ασθενών που επιλέγουν θεραπεία.
Η ευκολία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Σε αντίθεση με τα ενέσιμα φάρμακα, τα χάπια δεν απαιτούν ψύξη, είναι πιο διακριτικά και δεν συνοδεύονται από τον φόβο της βελόνας. Όπως σημειώνουν οι ειδικοί, η φοβία για τις ενέσεις παραμένει σημαντικό εμπόδιο για πολλούς ασθενείς.
«Υπάρχουν άνθρωποι που δηλώνουν ότι προτιμούν να μην λάβουν καθόλου θεραπεία παρά να χρησιμοποιήσουν ενέσεις», αναφέρουν χαρακτηριστικά γιατροί, υπογραμμίζοντας ότι τα χάπια καλύπτουν αυτό το κενό.
Παράλληλα, τα από του στόματος σκευάσματα θεωρούνται πιο προσιτά. Η τιμή εκκίνησης για τα χάπια Wegovy και Foundayo διαμορφώνεται περίπου στα 149 δολάρια τον μήνα για χαμηλές δόσεις, ενώ τα ενέσιμα φάρμακα, όπως το Ozempic ή το Wegovy, μπορεί να φτάνουν τα 349 δολάρια. Το Zepbound της Lilly, που περιέχει tirzepatide, ξεκινά από περίπου 299 δολάρια.
Ωστόσο, το κόστος εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο. Παρά τις χαμηλότερες τιμές των χαπιών, πολλοί ασθενείς δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν οικονομικά, ειδικά όταν δεν υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη. Σε περιπτώσεις όπου η ασφάλιση καλύπτει τη θεραπεία, το μηνιαίο κόστος μπορεί να μειωθεί σημαντικά, ακόμη και στα 25–50 δολάρια.
Οι γιατροί τονίζουν ότι η επιλογή θεραπείας δεν βασίζεται μόνο στο κόστος ή την ευκολία, αλλά και στην αποτελεσματικότητα. Τα ενέσιμα φάρμακα εξακολουθούν να υπερέχουν σε περιπτώσεις σοβαρής παχυσαρκίας. Για παράδειγμα, το Zepbound έχει δείξει σε κλινικές δοκιμές απώλεια βάρους που ξεπερνά το 20%, καθιστώντας το πιο κατάλληλο για ασθενείς με υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος ή πιο σύνθετα προβλήματα υγείας.
Αντίθετα, τα χάπια φαίνεται να απευθύνονται κυρίως σε ασθενείς με ηπιότερες μορφές παχυσαρκίας ή σε όσους διστάζουν να ξεκινήσουν ενέσιμη θεραπεία. Σε κλινικές μελέτες, το oral Wegovy έχει συνδεθεί με απώλεια περίπου 14% του σωματικού βάρους σε διάστημα 64 εβδομάδων, ενώ το Foundayo με περίπου 11% σε 72 εβδομάδες.
Ένα ακόμη πλεονέκτημα του νέου φαρμάκου της Lilly είναι η ευκολία στη λήψη. Το oral Wegovy πρέπει να λαμβάνεται με άδειο στομάχι και με συγκεκριμένες οδηγίες, κάτι που μπορεί να δυσκολεύει την καθημερινότητα των ασθενών. Αντίθετα, το Foundayo μπορεί να λαμβάνεται οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας, χωρίς περιορισμούς σε τροφή ή νερό.
Παρά τα πλεονεκτήματα, παραμένουν ερωτήματα σχετικά με τα συνολικά οφέλη των νέων θεραπειών. Η σεμαγλουτίδη έχει ήδη αποδειχθεί ότι συμβάλλει στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου, ενώ για την orforglipron οι σχετικές μελέτες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.
Η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει ότι τα χάπια δεν έρχονται να αντικαταστήσουν πλήρως τις ενέσιμες θεραπείες, αλλά να προσφέρουν μια εναλλακτική επιλογή που ενδέχεται να προσελκύσει περισσότερους ασθενείς στο σύστημα θεραπείας.
Ωστόσο, παρά την πρόοδο και τον αυξανόμενο ανταγωνισμό, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα φάρμακα απώλειας βάρους παραμένουν σε μεγάλο βαθμό προσιτά κυρίως για τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για ευρύτερη πρόσβαση στο μέλλον.