Τόσο η βαριατρική χειρουργική όσο και οι GLP-1 αγωνιστές οδηγούν σε μείωση της λιπώδους μάζας μέσα σε δύο χρόνια θεραπείας, όμως η χειρουργική επέμβαση συνδέθηκε με πιο ευνοϊκή σύσταση σώματος, σύμφωνα με τα δεδομένα μεγάλης επιστημονικής μελέτης.
Στον 24ο μήνα, η μέση μείωση της λιπώδους μάζας ήταν 49,7% (95% CI 47,8–51,5) στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε βαριατρική χειρουργική και 18% (95% CI 16,4–19,7) σε όσους λάμβαναν φάρμακα GLP‑1 είτε για θεραπεία του διαβήτη τύπου 2 είτε για απώλεια βάρους, σύμφωνα τα ευρήματα.
Και οι δύο ομάδες εμφάνισαν επίσης σημαντικές σχετικές μειώσεις σε άλλες συνιστώσες της σωματικής μάζας. Η μείωση της άλιπης μάζας ήταν κατά μέσο όρο 11,7% (95% CI 10,4–12,9) μετά από βαριατρική χειρουργική και 3,3% (95% CI 2,1–4,4) με τα φάρμακα GLP‑1.

Παρότι ο λόγος άλιπης προς λιπώδη μάζα αυξήθηκε σημαντικά και στις δύο ομάδες —ένδειξη βελτιωμένης σύστασης σώματος— οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση διατήρησαν υψηλότερο λόγο καθ’όλη τη διετή παρακολούθηση σε σύγκριση με όσες λάμβαναν αγωνιστές GLP‑1 (2,0 έναντι 1,5).
Η μελέτη συμπεριέλαβε 3.066 ασθενείς οι οποίοι είτε υποβλήθηκαν για πρώτη φορά σε βαριατρική χειρουργική (Νοέμβριος 2017 – Ιούλιος 2022) είτε έλαβαν θεραπεία με σεμαγλουτίδη ή τιρζεπατίδη (Νοέμβριος 2018 – Δεκέμβριος 2023). Η ανάλυση δεν μπόρεσε να λάβει υπόψη ή να προσαρμόσει τα αποτελέσματα με βάση τη δόση των GLP‑1 φαρμάκων —η οποία είναι χαμηλότερη όταν χρησιμοποιούνται για τον διαβήτη τύπου 2— ούτε την τήρηση της θεραπείας.
Οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε βαριατρική χειρουργική έκαναν είτε γαστρική παράκαμψη Roux‑en‑Y (58,4%) είτε επιμήκη γαστρεκτομή (41,6%). Στην ομάδα των GLP‑1 αγωνιστών, η πλειονότητα λάμβανε σεμαγλουτίδη σε σχέση με τιρζεπατίδη (91% έναντι 9%).

Στους 1.257 συμμετέχοντες που υποβλήθηκαν σε χειρουργείο, η μέση ηλικία ήταν τα 43 έτη και ο αρχικός δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) 46,8. Οι περισσότεροι ήταν γυναίκες (82%). Στους 1.809 συμμετέχοντες που έλαβαν θεραπεία GLP‑1 αγωνιστών, η μέση ηλικία ήταν τα 45 έτη, ο ΔΜΣ 41 και οι γυναίκες αποτελούσαν το 81% του δείγματος.
Ο διαβήτης ήταν λιγότερο συχνός στην ομάδα των GLP‑1 αγωνιστών (29,4% έναντι 34,6% στην ομάδα της χειρουργικής), ενώ η υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία ήταν συχνότερες (74,2% έναντι 70% και 47,9% έναντι 42,2%, αντίστοιχα).
Οι αναλύσεις των υποομάδων έδειξαν παρόμοιες μειώσεις στη λιπώδη μάζα και αυξήσεις στον λόγο άλιπης προς λιπώδη μάζα σε όλες τις κατηγορίες: φύλο, αρχικό ΔΜΣ, ιστορικό διαβήτη και διάρκεια θεραπείας με GLP‑1. Οι άνδρες διατήρησαν μεγαλύτερο ποσοστό άλιπης μάζας σε σχέση με τις γυναίκες, με τη διαφορά να γίνεται ακόμη πιο εμφανής μετά από θεραπεία με GLP‑1 αγωνιστές.
Η σύσταση του σώματος μετρήθηκε με ανάλυση βιοηλεκτρικής εμπέδησης, μια πρακτική και μη επεμβατική μέθοδο, η οποία όμως είναι λιγότερο ακριβής σε σύγκριση με άλλες τεχνικές, όπως η απορροφησιομετρία διπλής ενέργειας (DEXA), η αξονική τομογραφία (CT) ή η μαγνητική τομογραφία (MRI).
Τα ευρήματα έχουν δημοσιευθεί στο JAMA Network Open.