Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το 2021 περίπου 57 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζούσαν με άνοια. Προηγούμενες μελέτες δείχνουν ότι οι γυναίκες έχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας σε σχέση με τους άνδρες, αποτελώντας περίπου τα δύο τρίτα όλων των περιστατικών.
Οι λόγοι είναι πολλοί: το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής των γυναικών, ορισμένοι γενετικοί παράγοντες, αλλά και η μείωση των επιπέδων των οιστρογόνων κατά την εμμηνόπαυση, που φαίνεται να επηρεάζει τη γνωστική λειτουργία.
Παράλληλα πολλές γυναίκες επιλέγουν να λάβουν ορμονική θεραπεία υποκατάστασης κατά την εμμηνόπαυση, με στόχο την αναπλήρωση των οιστρογόνων και την ανακούφιση συμπτωμάτων όπως οι εξάψεις, η νυχτερινή εφίδρωση, οι μεταβολές της διάθεσης, αλλά και γνωστικές δυσκολίες όπως το «brain fog» και η μειωμένη συγκέντρωση.

Αν και η επιστημονική βιβλιογραφία των τελευταίων ετών έχει παρουσιάσει αντικρουόμενα ευρήματα σχετικά με το εάν επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας, νέα μελέτη επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως η ορμονική θεραπεία υποκατάστασης αυξάνει ή μειώνει τον κίνδυνο άνοιας σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Ανάγκη για περισσότερα δεδομένα
Για τη συγκεκριμένη μελέτη, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 10 προηγούμενες έρευνες, που συνολικά περιλάμβαναν περισσότερους από 1 εκατομμύριο συμμετέχοντες.
«Η άνοια επηρεάζει δυσανάλογα τις γυναίκες, ακόμη και όταν λαμβάνεται υπόψη το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής. Παρ’ όλα αυτά, η υγεία των γυναικών —ιδίως στη μέση ηλικία— έχει υποτιμηθεί στην έρευνα για πολύ καιρό», δήλωσαν οι ερευνητές ενώ πρόσθεσαν ότι «η συνεχής έρευνα είναι απαραίτητη ώστε γυναίκες και κλινικοί επαγγελματίες να έχουν σαφείς, τεκμηριωμένες κατευθύνσεις, ειδικά για θεραπείες όπως η ορμονική θεραπεία υποκατάστασης, όπου τα αντικρουόμενα ευρήματα έχουν δημιουργήσει αβεβαιότητα και σύγχυση».

Συμπλήρωσαν επίσης ότι «ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν παρέχει προς το παρόν καμία καθοδήγηση σχετικά με την ορμονική θεραπεία υποκατάστασης και τη σύνδεσή με τη γνωστική λειτουργία, αφήνοντας ένα σημαντικό κενό για τις γυναίκες, τους επαγγελματίες υγείας αλλά και τους αρμόδιους φορείς».
Τα ευρήματα έχουν δημοσιευθεί στο Lancet Healthy Longevity.